Site icon Προκόπιος Παυλόπουλος

Το Κυπριακό Ζήτημα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου: Οι “αυταπάτες” του σχεδίου Ανάν και η αλήθεια για την Διάσκεψη του Crans-Montana

Σε ομιλία του με θέμα «Το Κυπριακό Ζήτημα στο πλαίσιο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου», κατά την εκδήλωση που οργάνωσε η Περιφέρεια AΗEPA Ελλάδος, ο κ.  Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Πρόλογος

Τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά την συνεχιζόμενη  -ή και εντεινόμενη ενίοτε-  προκλητική αδιαλλαξία της Τουρκίας, γίνεται και πάλι λόγος για την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχύτερης επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος.  Κάτι το οποίο, όπως προκύπτει και από σχετικές πρόσφατες δηλώσεις, αποδέχονται οι Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου  -αποφασισμένες μάλιστα να κινηθούν εν προκειμένω με τον απαιτούμενο «ρεαλισμό» μπροστά στον «άτεγκτο» έως απροκαλύπτως κυνικό κόσμο των Διεθνών Σχέσεων- ενώ «ωθούν» προς την ως άνω κατεύθυνση τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι έχουν «βιώσει» και έχουν επανειλημμένως καταδικάσει, δυστυχώς όμως χωρίς την απαιτούμενη αυστηρότητα και μάλιστα δίχως ίχνος αποτελεσματικών κυρώσεων, την όλη τουρκική στάση μετά το 1974.

Α.  Η τακτική αυτή των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου πρέπει ν’ αξιολογηθεί ως κατ’ αρχήν ορθή, αφού η «μη λύση» του Κυπριακού Ζητήματος όχι μόνο δεν συνιστά «λύση» του, αλλά καθιστά ολοένα και πιο επισφαλή  -κατ’ επιεική δε θεώρηση-  την κατάσταση που δημιούργησε η πάνω από πενήντα χρόνια κατοχή του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ύστερα από την βάρβαρη εισβολή της στην Μαρτυρική Κύπρο το 1974.  Πλην όμως, και όπως είναι ευνόητο, η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον είναι δίκαιη και βιώσιμη.  Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά της στοιχεία, «αξιοπρεπώς»  -και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές-  την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την «βιωσιμότητα» της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «σκληρού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης.  Διότι το αντίθετο οδηγεί, αναποδράστως, σ’ επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα τούτο απαιτεί τόσο «επιμελέστερη» προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα,  όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η προεκτεθείσα θλιβερή Διεθνής, ακόμη και Ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή-  σαφές πως ως αρχή «λύσης» του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια,  πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους.  Και κάνει λόγο, ευθέως, για δύο Κράτη, ή το πολύ για έναν τύπο Συνομοσπονδιακού Κράτους στην βάση μιας εξαιρετικά χαλαρής συνομοσπονδίας, η οποία μάλιστα  δεν ανταποκρίνεται καν στα δεδομένα μιας πραγματικής  διζωνικής-δικοινοτικής κρατικής και  πολιτειακής οντότητας.    

Β.  Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα δε δεν είναι επιτρεπτό-  ν’ αρχίσει οιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως μιαν ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις κατά τ’ ανωτέρω ακραίες θέσεις της, τότε ο «διάλογος» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο πλήρους ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Επιπροσθέτως, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η «προσφιλής» τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες «διεκδικήσεις» της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των «τετελεσμένων» εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.  Και κατά τούτο πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου ότι στις σχέσεις μας με την Τουρκία,  ακόμη και όταν αυτή δείχνει προς εμάς «αγαθές προθέσεις», ισχύει στο ακέραιο το «timeo Danaos et dona ferentes». Το ίδιο δε ισχύει –ή πρέπει να ισχύει- προφανώς και για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δεδομένο ότι έχουν βιώσει και υποστεί, σε σειρά περιπτώσεων κατά το απώτερο αλλά και το πρόσφατο παρελθόν, την ιταμή στάση της Τουρκίας αναφορικά με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Ι.  Τα κανονιστικά δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Όπως λοιπόν συνάγεται ευχερώς από τα προεκτεθέντα, ασφαλείς «δείκτες πορείας» για την δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος είναι, και μάλιστα αποκλειστικώς, πρώτον, το Διεθνές Δίκαιο.  Kαι, δεύτερον, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Mε την πρόσθετη επισήμανση ότι το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως οντότητα με αυτοτελή νομική προσωπικότητα, είναι πλήρες μέλος της Διεθνούς Κοινότητας, αρχής γενομένης από τον ΟΗΕ.

Α. Το Διεθνές Δίκαιο

Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.

  1. Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας  υπήρξαν  -και παραμένουν-  προεχόντως τα εξής:

α) Πριν απ’ όλα το  αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο              -ιδίως λόγω της συνέχισης  και  επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-  με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.

β) Και ύστερα το,  καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,  επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».  Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,  με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.  Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε  -και έκτοτε γίνεται παγίως-  δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,  με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-  ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα  κατηγορηματικώς, κάθε «προοπτική» διχοτόμησης ή απόσχισης.

  1. Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την stricto sensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.

α) Σύμβασης,  η οποία καταρτίσθηκε το 1982  -ως «Σύμβαση του Montego Bay»-  και άρχισε να ισχύει από το 1994.  Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς  -ήτοι ως νομικό πρόσωπο πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της-   η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.  Γεγονός  που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί  έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της.  Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη, όπως π.χ. η Τουρκία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).

β) Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή  -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς οιονεί erga omnes.  Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.  Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,  αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «κατά το δοκούν», όπως προκύπτει προδήλως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου», του 2019.  Επισημαίνεται  -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «καθαρότητα»-  ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «τουρκολιβυκού μνημονίου» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε «πρωτοκόλληση» του «μνημονίου» τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει  αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων «πρωτοκολλήσεων» διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της «κανονιστικής δυναμικής» των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.

Β. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,  η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «σκληρού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης.  Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.  Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), θέτει τις ακόλουθες προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση ν’ αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.  Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, de jure και de facto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

  1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-12 της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχει μία και μόνη Νομική Προσωπικότητα διεθνώς. Αυτό προκύπτει π.χ. κυρίως από τις διατάξεις του άρθρου 5[1] της ΣΕΕ, ως προς τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Κρατών-Μελών της. Καθώς και από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2[2] της ΣΕΕ, ως προς την εκπροσώπηση του Κράτους-Μέλους στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  και ιδίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Διότι, όπως είναι ευνόητο, ένας τέτοιος καταμερισμός αρμοδιοτήτων καθώς και μια τέτοια εκπροσώπηση προϋποθέτουν Κράτος-Μέλος, το οποίο είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί πλήρως ως προς όλα αυτά τα κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο καθήκοντα κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την ολοκληρωμένη και αποτελεσματική «απορρόφηση» του συνόλου  του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.
  2. Από την προμνημονευόμενη προϋπόθεση της μίας και μόνης Νομικής Προσωπικότητας διεθνώς απορρέει, αυτοθρόως, και η προϋπόθεση της μίας και μόνης Ιθαγένειας. Πολλώ μάλλον όταν διεθνώς δεν υφίσταται παράδειγμα Κράτους με μία νομική προσωπικότητα διεθνώς που αναγνωρίζει εντός αυτού περισσότερες της μίας ιθαγένειες. Δεν πρέπει δε να υποτιμάται το γεγονός ότι η αναγνώριση περισσότερων της μίας ιθαγενειών «ανοίγει», και δη «διάπλατα», τον δρόμο για την αναγνώριση και περισσότερων του ενός Κρατών ή και για την επιβολή ενός πολιτειακού καθεστώτος χαλαρής συνομοσπονδίας. Καθεστώτος το οποίο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια, δεν μπορεί να ισχύσει για την Κυπριακή Δημοκρατία κατά το Διεθνές Δίκαιο, και κατ’ εξοχήν κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  3. Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι Κυρίαρχο, όπως συνάγεται ευχερώς ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2[3] της ΣΕΕ. Τα ουσιώδη συστατικά στοιχεία («essentialia negotii») της εσωτερικής και της εξωτερικής Κυριαρχίας ενός Κράτους -κατά βάση ως της ικανότητας της αυτοδύναμης επιβολής της εξουσίας του χωρίς να περιορίζεται από άλλη βούληση- είναι κοινώς γνωστά με βάση τους κανόνες του Συνταγματικού Δικαίου διεθνώς. Επομένως, στο σημείο αυτό αρκεί η ειδικότερη αναφορά στις προϋποθέσεις που καθιερώνουν οι ως άνω ρυθμίσεις της ΣΕΕ:

α) Κατά πρώτο λόγο το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές της ΣΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίσει τις θεμελιώδεις λειτουργίες του.  Ιδίως δε την διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, την διασφάλιση της Δημόσιας Τάξης και την προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.  Αφού στην αντίθετη περίπτωση η Κυριαρχία καθίσταται, άνευ άλλου τινός, «γράμμα κενό περιεχομένου» intra και extra muros.  Κάτι το οποίο καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους-Μέλους και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, συνακόλουθα δε «υπονομευτική» για την δομή και την λειτουργία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β) Άρα Κράτος ικανό ν’ ασκήσει, στο ακέραιο, τα κατά το Διεθνές Δίκαιο δικαιώματα της stricto sensu Κυριαρχίας του καθώς και όλα τα εντεύθεν επιμέρους Κυριαρχικά του Δικαιώματα.  Πρόκειται, προεχόντως,  για το προμνημονευόμενο Δίκαιο της Θάλασσας, κατά την σχετική Σύμβαση του ΟΗΕ (UNCLOS)  -«Σύμβαση του Montego Bay», του 1982-  η οποία, κατά τα προεκτεθέντα,  ισχύει από το 1994.

γ) Ειδικότερα, μεταξύ άλλων το Δίκαιο της Θάλασσας καθορίζει από την μια πλευρά τον θεσμικό πυρήνα της stricto sensu Κυριαρχίας του κάθε Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, η οποία ασκείται πλήρως πέραν της Ηπειρωτικής Επικράτειας και στα Χωρικά Ύδατα ή Χωρική Θάλασσα -δηλαδή στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη-  πρωτίστως κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 επ. της Σύμβασης αυτής του ΟΗΕ.  Και, από την άλλη πλευρά, τον θεσμικό πυρήνα της lato sensu Κυριαρχίας, η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα επιμέρους αναγνωρισμένα από το Διεθνές Δίκαιο Κυριαρχικά Δικαιώματα κάθε Κράτους.  Κατά βάση δε τα Κυριαρχικά Δικαιώματα τα σχετικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 55 επ. της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας και με την Υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 76 επ. της ίδιας Σύμβασης.

  1. Το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται στην βάση των θεσμικοπολιτικών «συντεταγμένων» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αφού κατά το άρθρο 10 παρ.1[4] της ΣΕΕ η όλη δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεμελιώνεται στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Υπό τα δεδομένα αυτά δεν νοείται και Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο δεν στηρίζεται, ουσιαστικώς και στην πράξη, στο όλο θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τούτο επιβάλλει, συνακόλουθα,  εκ μέρους του Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

α) Πλήρη σεβασμό της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και των βασικών θεσμικών συνιστωσών του Κράτους Δικαίου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 2[5] της ΣΕΕ.  Και ως προς την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών διευκρινίζεται ότι αυτή,  μεταξύ άλλων,  αφενός επιτρέπει  την «διασταύρωσή» τους μόνο στο μέτρο που το προβλέπει με τους ειδικότερους επιμέρους κανόνες δικαίου το δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα.  Και, αφετέρου, δεν ανέχεται «εκπτώσεις» κατά κύριο λόγο σε ό,τι αφορά την λειτουργία του κυρωτικού μηχανισμού της Δικαστικής Εξουσίας, υπό το καθεστώς των εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών που την στελεχώνουν.   Ως προς δε το Κράτος Δικαίου, είναι προφανές ότι το θεσμικό του «οπλοστάσιο» επιβάλλει, οπωσδήποτε, και την ύπαρξη επαρκών κυρωτικών μηχανισμών για κάθε παραβίαση της Αρχής της Νομιμότητας από τα κρατικά όργανα, με «προεξάρχοντα» τον κατά τ’ ανωτέρω μηχανισμό της Δικαστικής Εξουσίας.

β) Και πλήρη σεβασμό όλων,  ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και πάλι συμβαίνει  άλλωστε και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση,  κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου  2 και του άρθρου 6[6] της ΣΕΕ.  Ας σημειωθεί, ότι μια τέτοια  προϋπόθεση είναι τόσο περισσότερο «συνυφασμένη» με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όσο κατά την ιστορική της διαδρομή αυτή εμπεδώθηκε, από θεσμική και πολιτική έποψη, ως «καθεστώς» εγγύησης της Ελευθερίας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις  -και προεχόντως υπό την έκφανση  της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- σύμφωνα με την εξίσου θεμελιώδη για το σύγχρονο δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος Δημοκρατική Αρχή.

  1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3[7] της ΣΕΕ, το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώνει στο ακέραιο και όλες τις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώσεις του. Ιδίως δε την «απορρόφηση» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, ως προς το σύνολο των κανονιστικών του συντεταγμένων.  Με βάση δε το κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο Κράτος Δικαίου, κυρώσεις επιβάλλονται σε  περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων αυτών εκ μέρους του Κράτους-Μέλους, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 7[8] της ΣΕΕ.
  2. Από τ’ ανωτέρω συνάγεται και ότι το Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να οργανώνεται με βάση μία και ενιαία δημοκρατικώς νομιμοποιημένη Έννομη Τάξη.

α) Έννομη Τάξη «επικεφαλής» της οποίας είναι το Εθνικό Σύνταγμα, ως «εμβληματική» εγγύηση της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

β) Όπως είναι προφανές, μόνον υπ’ αυτή την προϋπόθεση της ιεραρχικώς δομημένης και δημοκρατικώς νομιμοποιημένης Έννομης Τάξης είναι εφικτό να γίνουν πλήρως σεβαστές στην πράξη οι εγγυήσεις αποτελεσματικής εφαρμογής των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Επέκεινα δε και οι εγγυήσεις «αγαστής» συνύπαρξής της με την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη και, κατά λογική νομική ακολουθία, οι εγγυήσεις ομαλής και αδιάλειπτης  «απορρόφησης» από αυτή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στο σύνολό του, όπως ήδη επεξηγήθηκε.

  1. Στις ως άνω προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος πρέπει να προστεθούν και οι εξής δύο οι οποίες απορρέουν, και αυτές, αμέσως ή εμμέσως από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο:

α) Στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυρίαρχου Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να ισχύουν εγγυήσεις κάθε είδους τρίτων Κρατών ούτε να υπάρχουν στο έδαφός της στρατεύματα κατοχής.  Το παράδειγμα της οριστικής ενοποίησης της Γερμανίας, ως «Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας»,  το 1990 μόνον ύστερα από την αποχώρηση και του τελευταίου σοβιετικού στρατιώτη τεκμηριώνει πλήρως την βασιμότητα της προϋπόθεσης αυτής, και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

β) Από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει ν’ αποχωρήσουν σταδιακώς και όλοι οι έποικοι που «εγκατέστησε» εκεί η Τουρκία.  Και να επανέλθουν στις εστίες τους οι νόμιμοι, κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατά την νομολογία του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κύριοι των κατεχόμενων από τους έποικους ακινήτων.

ΙΙ. Η εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κανονιστική ανεπάρκεια του προτύπου του Συνομοσπονδιακού Κράτους κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Στις προμνημονευόμενες προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου, και κατά κύριο λόγο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, μπορεί ν’ ανταποκριθεί ένα Κράτος μόνον εφόσον εμφανίζεται ως ενιαίο ή έχει τα χαρακτηριστικά το πολύ ενός σύγχρονου ομοσπονδιακού προτύπου.  Ως προς δε το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, η ίδια η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αποδεικνύει, π.χ. με την άκρως αντιπροσωπευτική περίπτωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, «υποδειγματικού» θεσμικώς Κράτους-Μέλους με αμιγή ομοσπονδιακή δομή.  Ειδικότερα, δεν νοείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με συνομοσπονδιακή πολιτειακή μορφή και δομή -η οποία ούτως ή άλλως έχει σχεδόν εκλείψει διεθνώς,  διότι κατ’ ουσία δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί ούτε καν στις βασικές προϋποθέσεις του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου ως προς τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ- αφού ένα τέτοιο Κράτος  δεν μπορεί να εκπληρώσει στοιχειώδεις υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα δεδομένα της Έννομης Τάξης της, όπως προκύπτει ιδίως από το ότι:

Α. Η απουσία ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας

Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν διαθέτει μία και ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα, αλλά τόσες επιμέρους νομικές προσωπικότητες διεθνώς όσα τα συνομόσπονδα κράτη που το συνθέτουν.

  1. Άρα υπάρχουν τεράστιες δυσχέρειες έως πλήρης αδυναμία σταθερής εκπροσώπησής του και, επομένως, πλήρους συμμετοχής του στον ΟΗΕ και σε Διεθνείς Οργανισμούς εν γένει. Και κυρίως σε Οργανισμό με την θεσμικοπολιτική διεθνή ιδιαιτερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Και τούτο διότι υπό το ιδιόμορφο θεσμικό καθεστώς του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν θα ήταν δυνατό, με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να γίνει ως προς αυτό λόγος για ένα και μόνο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά για περισσότερα, σαφώς ιδιόμορφα, Κράτη-Μέλη της, όπως άλλωστε έχει καταδείξει και η διεθνής πρακτική, και αυτή μόνο στο απώτερο παρελθόν.  Φαινόμενο το οποίο είναι καταφανώς ασύμβατο με την όλη θεσμική και κανονιστική ιδιοσυστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Έννομης Τάξης της.
  2. Καθίσταται λοιπόν επιπροσθέτως προφανές και ότι για ν’ αποτελέσει ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έπρεπε να μεταβληθεί εκ βάθρων αυτό τούτο το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Γεγονός το οποίο, βεβαίως, θα συνεπαγόταν και πλήρη αλλοίωση της όλης θεσμικοπολιτικής φυσιογνωμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αδιανόητη, επίσης θεσμικοπολιτική, υπονόμευση της πορείας της και της γενικότερης προοπτικής της στο άμεσο και απώτερο μέλλον, σε ό,τι αφορά την δικαίωση της ίδρυσής της και την ολοκληρωμένη επιτέλεση του ρόλου της τόσο έναντι των Κρατών-Μελών της όσο και σε παγκόσμια κλίμακα. Κατά τούτο ουδείς μπορεί να διανοηθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν διατεθειμένη να προβεί σε τέτοιες, οπωσδήποτε «διαλυτικές» για την δομή και λειτουργία της, θεσμικές «μετατροπές»,  έτσι ώστε να μπορεί να «φιλοξενήσει» στους κόλπους της ως Μέλη και Κράτη με συνομοσπονδιακή πολιτειακή οντότητα.

Β. Η έλλειψη της μίας και μόνης επικράτειας και ιθαγένειας

Κατά το μέτρο δε που μια συνομοσπονδιακή κρατική οντότητα συνιστά στην ουσία μια «τεχνητή» και εντελώς ατελή «συγκόλληση» επιμέρους κυρίαρχων Κρατών, στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν νοείται μία μόνον επικράτεια, αλλά τόσες όσα και τα συνομόσπονδα κράτη.  Όπως επίσης στο Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν υφίσταται μία μόνον ιθαγένεια, αλλά τόσες όσες και τα συνομόσπονδα κράτη.

  1. Κάτι το οποίο κατ’ ουδένα τρόπο συμβιβάζεται με τις ως άνω απαιτήσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου ως προς την δομή και την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτείνοντας έτσι τα μειονεκτήματα της προαναφερόμενης απουσίας μίας και ενιαίας διεθνούς νομικής προσωπικότητας στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους.
  2. Για παράδειγμα, τα προμνημονευόμενα κενά του Συνομοσπονδιακού Κράτους δημιουργούν ανυπέρβλητα εμπόδια και ως προς την ομαλή λειτουργία σειράς βασικών πυλώνων της lato sensu οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σπουδαιότερο εκείνο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός αυτής. Στην ουσία δε ενόψει των κενών τούτων η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδεμία, σχεδόν, από τις κύριες πολιτικές της θα μπορούσε να φέρει σε πέρας, θέτοντας δι’ αυτού του τρόπου σε άμεση διακινδύνευση την ίδια την θεσμική και πολιτική της υπόσταση.

Γ.  Η «αποσύνθεση» της Εθνικής Κυριαρχίας

Υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα στο Συνομοσπονδιακό  Κράτος δεν νοείται «συμπαγής» Εθνική Κυριαρχία, κατ’ επέκταση δε διασφάλιση της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρηση της Δημόσιας Τάξης και προστασία της Εθνικής Ασφάλειας.

  1. Αυτή η αρνητική ιδιαιτερότητα του Συνομοσπονδιακού Κράτους είναι άκρως ενδεικτική του πώς και γιατί και εξ αυτού του λόγου ένα τέτοιο Κράτος δεν μπορεί να λειτουργήσει, κατ’ ουδένα τρόπο, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού δεν είναι σε θέση να διασφαλίζει θεμελιώδεις λειτουργίες του και να φέρει σε πέρας εξίσου θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.
  2. Επισημαίνεται, ότι μια τέτοια αδυναμία έχει άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και σε ό,τι αφορά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Διότι, όπως είναι ευνόητο, μέσω της αποτελεσματικής διασφάλισης της Εδαφικής Ακεραιότητας, διατήρησης της Δημόσιας Τάξης και προστασίας της Εθνικής Ασφάλειας το κάθε Κράτος-Μέλος συμβάλλει, εμμέσως πλην σαφώς, κατά το μέρος που του αναλογεί στην εν γένει Εδαφική Ακεραιότητα -σημειωτέον ότι τα σύνορα των Κρατών-Μελών είναι, κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης in globo- στην Δημόσια Τάξη και στην Ασφάλεια της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως θεσμικοπολιτικού συνόλου. Βεβαίως, όπως αυτές οι μορφές Ευρωπαϊκού «δημόσιου συμφέροντος» οριοθετούνται από τις in concreto ρυθμίσεις της Έννομης Τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δ. Η αδυναμία λειτουργίας της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών

Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει κοινά όργανα των τριών Εξουσιών, αλλά μια μορφή συνέλευσης των εκπροσώπων των Κρατών-Μελών του.

  1. Κυρίως δε δεν έχει Βουλή ή Βουλές, κατά το πρότυπο που αρμόζει στο πολιτειακό καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Οπότε η ως άνω συνέλευση προσιδιάζει όχι σε κρατικό όργανο -έστω και lato sensu- αλλά σε μια μορφή Διεθνούς Διάσκεψης. Άλλωστε, και επιπροσθέτως,  το τεκμήριο αρμοδιότητας δεν ανήκει στο Συνομοσπονδιακό Κράτος αλλά στα Κράτη-Μέλη της Συνομοσπονδίας, ήτοι στα συνομόσπονδα κράτη.
  2. Άρα στο πλαίσιο του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, τουλάχιστον σύμφωνα με τις θεμελιώδεις θεσμικές και κανονιστικές της ιδιότητες, η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών. Και κατά τούτο εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία υπολειτουργεί επικινδύνως, και προφανώς κατά τρόπο μη συμβατό, υφ’ οιανδήποτε εκδοχή, με τις επιταγές της διάταξης του κατά τ’ ανωτέρω άρθρου 10 της ΣΕΕ περί γενικής εφαρμογής των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και σε ό,τι αφορά την ίδια και σε ό,τι αφορά τα Κράτη-Μέλη της.

Ε. Το «κενό» της ενιαίας Έννομης Τάξης

Το Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν έχει ενιαία και ιεραρχικώς δομημένη, υπό ένα Εθνικό Σύνταγμα,  Έννομη Τάξη.

  1. Αυτό οφείλεται στο ότι οι «αρμοί» του Συνομοσπονδιακού Κράτους βασίζονται στο κείμενο ίδρυσής του το οποίο συνίσταται, σχεδόν πάντοτε, σ’ ένα είδος Διεθνούς Συνθήκης. Είναι δε προφανές ότι μια τέτοια Έννομη Τάξη δεν μπορεί, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, να συνυπάρξει και να «συλλειτουργήσει» με την Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με τις Έννομες Τάξεις των λοιπών Κρατών-Μελών της, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ως άνω συνύπαρξη και «συλλειτουργία» καθορίζει κατ’ ουσία καίριο μέρος της όλης θεσμικής και πολιτικής οντότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και πρωτίστως την ενότητα και την συνοχή της Έννομης Τάξης της.
  2. Το συμπέρασμα τούτο προκύπτει, αβιάστως, εκ του ότι σύμφωνα με τα πρωταρχικά θεσμικά συστατικά της η Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να συνυπάρξει και να «συλλειτουργήσει» μόνο με τις Έννομες Τάξεις των Κρατών-Μελών της, οι οποίες έχουν grosso modo τα αυτά βασικά θεσμικά χαρακτηριστικά. Και κατ’ εξοχήν μια ιεραρχικώς δομημένη Έννομη Τάξη, η οποία έχει ως θεμέλιο αλλά και «κορυφή» το δημοκρατικώς θεσπισμένο και νομιμοποιημένο Εθνικό Σύνταγμα, εναρμονιζόμενη πλήρως με την κανονιστική πεμπτουσία της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, που έχει ως θεμέλιο αλλά και «κορυφή» το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Ως προς τούτο δε η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναμφιβόλως «εύγλωττη».

ΣΤ. Η ανύπαρκτη   εκτελεστότητα των αποφάσεων των οργάνων των επιμέρους συνομόσπονδων κρατών

Σχεδόν όλες οι σημαντικές αποφάσεις των οργάνων του Συνομοσπονδιακού Κράτους δεν είναι νομικώς δυνατό να εφαρμοσθούν αμέσως.  Και τούτο διότι για να ισχύσουν πρέπει να μετατραπούν σ’ «εσωτερικό δίκαιο» από τ’ αρμόδια όργανα του κάθε συνομόσπονδου μέλους του.

  1. Και μόνον αυτό καθιστά από επισφαλή έως αδύνατη την εκ μέρους Συνομοσπονδιακού Κράτους «απορρόφηση» του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, έστω και σε ό,τι αφορά τις στοιχειώδεις συνιστώσες του. Περαιτέρω δε και την δυνατότητά του να εφαρμόζει στο ακέραιο τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Το ως άνω «έλλειμμα» προστίθεται, άρα, ως αναγκαία αρνητική συνέπεια σ’ εκείνο του κατά τα προεκτεθέντα «κενού» της ενιαίας Έννομης Τάξης, επιτείνοντας έτσι και την αδυναμία ομαλής συνύπαρξης και «συλλειτουργίας» των εντός του Συνομοσπονδιακού Κράτους εφαρμοζόμενων κανόνων δικαίου με τους κανόνες δικαίου της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

Ζ. Η περιορισμένη χρονική διάρκεια του Συνομοσπονδιακού Κράτους

Το Συνομοσπονδιακό Κράτος είναι οιονεί «εκ γενετής» θνησιγενές, διότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαλυθεί με αντίθετη Διεθνή Συμφωνία των συνομόσπονδων μελών του.

  1. Κάτι τέτοιο όμως είναι αδιανόητο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, για Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ιδρυθεί και λειτουργεί στην βάση των προϋποθέσεων της συνέχειας και της διάρκειας –και κατά πρώτο λόγο της συνοχής και της διάρκειας της ισχύος και της εφαρμογής των κανόνων της Έννομης Τάξης της- ικανών να διασφαλίσουν την εκπλήρωση της αποστολής της εν γένει. E contrario, μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία λειτουργεί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της με «διαλείψεις» συνιστά contradictio in adjecto, σύμφωνα με αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
  2. Είναι, επομένως, πρόδηλο από θεσμική και πολιτική έποψη ότι μια ένωση Κρατών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Έννομη Τάξη της θα υπονομεύονταν, αναμφίβολα, έχοντας ως Κράτος-Μέλος μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, το οποίο δεν πληροί στοιχειωδώς τις ως άνω προϋποθέσεις συνέχειας και διάρκειας. Με άλλες λέξεις υπό τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης ένα Συνομοσπονδιακό Κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συνιστούσε «ξένο σώμα», και ως προς την ίδια και ως προς τα λοιπά Κράτη-Μέλη της, γεγονός το οποίο ουδόλως συμβιβάζεται με την όλη θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία της.

Επίλογος

Ως αναγκαίο και λογικό «επιστέγασμα» της ανάλυσης που προηγήθηκε, αναφορικά με τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, πρέπει να προβληθεί in parvo και το εξής, λαμβάνοντας υπόψη την «προϊστορία» των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος:

Α.  Ακόμη και τώρα ακούγονται αρκετές «φωνές» ειδικών, κυρίως στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό Ζήτημα ήταν μια «χαμένη ευκαιρία».  Οι «φωνές» αυτές ηχούν ως σύγχρονος «αντίλαλος» των απόψεων εκείνων, οι οποίες υιοθετήθηκαν πριν είκοσι χρόνια στηρίζοντας, σχεδόν «αναφανδόν» και άνευ προϋποθέσεων, το Σχέδιο Ανάν σ’ Ελλάδα και Κύπρο.  Όμως τα επιχειρήματα που προεκτέθηκαν αποδεικνύουν, και δη με αρκούντως πειστικά   τεκμήρια, ότι το Σχέδιο Ανάν δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «χαμένη ευκαιρία».  Και τούτο διότι η απόρριψή του επιβαλλόταν από την ίδια την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, εν τέλει, από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Πραγματικά, μία υπό το θεσμικό και πολιτικό status του Σχεδίου Ανάν Κυπριακή Δημοκρατία δεν θ’ αποτελούσε, ούτε καθ’ υποφοράν, Κράτος ομοσπονδιακού τύπου. Θα στηριζόταν πολύ περισσότερο σε μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, εντελώς ασύμβατου με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της δομής και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως ήδη επισημάνθηκε επανειλημμένως. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της μάλλον «επιφανειακής» προσέγγισης, με βάση την οποία αξιολογήθηκε από τους προμνημονευόμενους υποστηρικτές  του Σχεδίου Ανάν, το ότι αυτοί δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκαν επισταμένως με το αν και κατά πόσο το πολιτειακό «μόρφωμα» που προόριζε για την Κυπριακή Δημοκρατία ανταποκρινόταν στις βασικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.  Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην πράξη θα οδηγούσε, σχεδόν νομοτελειακώς, σε ουσιαστική έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση -αφού, όπως επαρκώς τονίσθηκε, θα ήταν αδιανόητο ν’ αναμένει κανείς «προσαρμογή» του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα «κανονιστικά κελεύσματα» του Σχεδίου Ανάν-  εκτός του ότι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε και σε γενικότερη κρατική αποσύνθεσή της.  Και οι κατά τ’ ανωτέρω διαχρονικώς υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να υποτιμούν -και πολύ περισσότερο να λησμονούν- ότι μια τέτοια, μοιραία και απευκταία, κατάληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά «διακαή πόθο» της Τουρκίας.  Και μάλιστα ως τελική «δικαίωση» της βαρβαρότητάς της κατά την εισβολή, το 1974, στην Μαρτυρική Κύπρο.   Επομένως,  η σημερινή κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει την ειλικρινή και αποφασιστική αποδοχή και πραγμάτωση του ακόλουθου, κατ’ ουσία Εθνικού, «προτάγματος»: Όλος ο Ελληνισμός έχει χρέος ν’ αντισταθεί, υπό όρους αρραγούς ενότητας, απέναντι στην συντέλεση ενός τέτοιου «ειδεχθούς εγκλήματος» εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και εις βάρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας.  Και το χρέος αυτό βαρύνει, όπως είναι ευνόητο, και την Διεθνή Κοινότητα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Ιδίως δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αναπόσπαστο Κράτος-Μέλος της και η τύχη της συνδέεται αρρήκτως με την υπόστασή της και με την εν γένει προοπτική της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, επέκεινα δε και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης.

Β. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί εμφατικώς πως το ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί οιαδήποτε λύση του Κυπριακού Ζητήματος, η οποία θα είναι πλήρως συμβατή με το Διεθνές Δίκαιο και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στοχεύοντας κατ’ ουσία μακροπρόθεσμα στην περιέλευση της Κύπρου υπό τον ολοκληρωτικό έλεγχό της, προκύπτει και από τα όσα συνέβησαν κατά την Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις στο Crans-Montana της Ελβετίας, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2017.  Όπως τεκμηριώνεται ευχερώς ιδίως από τα διαμειφθέντα στην διάσκεψη αυτή -προεχόντως με βάση τα απόρρητα πρακτικά του ΟΗΕ και την Έκθεση του Γ.Γ. του ΟΗΕ Α. Γκουτέρες-  και κατ’ εξοχήν από πολυάριθμες τότε δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ναι μεν η Τουρκία φαινόταν να συνηγορεί υπέρ της μετονομασίας της Συνθήκης Εγγυήσεως σε Συνθήκη Εφαρμογής και σε μια μορφή μελλοντικής, δίχως χρονικό περιορισμό,  «αναθεώρησης» (“review”) της τελευταίας,  πλην όμως τούτο στόχευε να την καταστήσει περισσότερο ευνοϊκή για την Τουρκία.  Άρα σαφώς πιο δυσμενή, και από την αρχική, για την προοπτική δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού Ζητήματος πάνω στο πρότυπο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.  Με άλλες λέξεις στο Crans-Montana η Τουρκία κατ’ αποτέλεσμα «τορπίλισε», με προδιαγεγραμμένο μάλιστα σχέδιο, κάθε λύση του Κυπριακού Ζητήματος σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και κυρίως σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Τούτο δε καθίσταται φανερό και εκ του ότι εκεί η τουρκική πλευρά κάθε άλλο παρά δέχθηκε να συζητήσει, έστω και καθ’ υποφοράν, το θέμα μια «ρήτρας τερματισμού» (“sunset clause”) του κατά την προμνημονευόμενη Συνθήκη Εφαρμογής καθεστώτος στρατιωτικής παρουσίας και του μονομερούς δικαιώματος επέμβασης.  Κατά συνέπεια, η Τουρκία στην Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις στο Crans-Montana πρότεινε την κατά τα προαναφερθέντα «αναθεώρηση» της ως άνω Συνθήκης με μια διπλή, κυριολεκτικώς καταστροφική για το Κυπριακό Ζήτημα, στόχευση: Και συγκεκριμένα αφενός για να ενισχύσει την στρατιωτική παρουσία της στην Κύπρο -και δη επ’ αόριστο-  για λόγους μάλιστα στήριξης της πολιτικής της στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Και, αφετέρου,  για να διατηρήσει, στο ακέραιο και καθ’ όλα ενεργό, το  δικαίωμα της περί μονομερούς επέμβασης, ανά πάσα στιγμή, στην Κύπρο. (βλ. και το άκρως αποκαλυπτικό και επαρκέστατα τεκμηριωμένο άρθρο του πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη στο «Βήμα» της 27ης Απριλίου 2025, σελ. 26-27).»


[1] «1. Η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας.  Η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.   2. Σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν. Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη.  3. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, στους τομείς οι οποίοι δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Ένωση παρεμβαίνει μόνο εφόσον και κατά τον βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εφαρμόζουν την αρχή της επικουρικότητας σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.  Τα εθνικά κοινοβούλια μεριμνούν για την τήρηση της αρχής αυτής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω Πρωτόκολλο.  4. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης της Ένωσης δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών.  Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.»

[2] «Οι πολίτες εκπροσωπούνται άμεσα στο επίπεδο της Ένωσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.  Τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τον αρχηγό κράτους ή κυβέρνησης και στο Συμβούλιο από τις κυβερνήσεις τους, οι οποίοι είναι δημοκρατικά υπεύθυνοι είτε έναντι των εθνικών τους κοινοβουλίων, είτε έναντι των πολιτών τους.»

[3] «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση.  Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας.  Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους.»

[4] «Η λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία.»

[5] «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.  Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.»

[6] «1. Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες. Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων. 2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.  Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες. 3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.»

[7] «Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.  Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.»

[8] «1. Το Συμβούλιο δύναται, βάσει αιτιολογημένης προτάσεως του ενός τρίτου των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών του και κατόπιν της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2.  Το Συμβούλιο, προτού προβεί στη διαπίστωση αυτή, ακούει το εν λόγω κράτος μέλος και δύναται, αποφασίζοντας με την ίδια διαδικασία, να του απευθύνει συστάσεις.  Το Συμβούλιο επαληθεύει τακτικά ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι που οδήγησαν στη διαπίστωση αυτή.  2. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση του ενός τρίτου των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αφού λάβει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2, αφού καλέσει το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. 3. Εφόσον γίνει η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 διαπίστωση, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει, με ειδική πλειοψηφία, την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών ως προς το εν λόγω κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου του αντιπροσώπου της κυβέρνησης αυτού του κράτους μέλους στο Συμβούλιο.  Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας αναστολής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις φυσικών και νομικών προσώπων. Οι υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους μέλους, δυνάμει των Συνθηκών, εξακολουθούν, εντούτοις, να δεσμεύουν αυτό το κράτος μέλος. 4. Το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, εν συνεχεία, με ειδική πλειοψηφία, να μεταβάλει ή να ανακαλέσει μέτρα που έχουν ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, ανάλογα με τις μεταβολές της καταστάσεως, η οποία οδήγησε στην επιβολή τους.  5. Ο τρόπος ψηφοφορίας που, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο καθορίζεται στο άρθρο 354 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Δημοσιεύθηκε στην ενότητα Opinion στην ιστοσελίδα https://www.dnews.gr/ (9/5/2025)

Ακολουθεί το κείμενο στην Αγγλική γλώσσα:

The Cyprus Problem within the realm of International Law and European Law: The ‘delusions’ of Anan’s plan and the truth about the Crans – Montana Meeting.

Athens War Museum, Athens, 6th of May 2025

In his speech titled: ‘The Cyprus issue under International and European Law’ during the reception organized by the AHEPA Hellas, the former President, Academic and Professor Emeritus of the Law School of National Kapodistrian University of Athens (NKUA), Mr. Prokopios Pavlopoulos stated, among others, the following:

Introduction

In the last few months, and despite Turkey’s continuing – or at times even intensifying – provocative intolerance, there is once again discussion about the need for the quickest possible resolution of the Cyprus Problem. This is something that the Greek and Cypriot Governments acknowledge, as their recent relevant statements show – where they both seem to be determined to proceed with the required ‘realism’ in front of the rigid, or even unprovocative cynical, world of international relations – while they ‘push’ the United Nations and the European Union towards the aforementioned direction, even though they have experienced and repetitively condemned, but unfortunately without the required strictness and without any effective sanctions, Turkey’s attitude since 1974.

Α. The Greek and Cypriot Governments’ approach must be assessed as initially correct, since the ‘absence of solution’ of the Cyprus Problem does not constitute a ‘solution’ at all, but makes increasingly risky – leniently judging – the situation that was created by Turkey’s occupation of one third of the Republic of Cyprus, lasting more than fifty years, following the barbarous invasion in the long- suffering Cyprus in But, as it is easy to understand, the resolution of the Cyprus Problem is conceivable and acceptable only if it is fair and viable. This further means that such a solution is conceivable and acceptable only if it serves, at least in its fundamental regulatory elements, ‘decently’ – and not under the pretense of unacceptable compromises and extortions from certain sides – the international and European legality but also the viability of the Republic of Cyprus as a member-state of the international community, and, above all, as a full member-state of the European Union and its ‘hard core’, the Eurozone. Anything to the contrary leads inevitably to dangerous paths of an even more painful institutional and political weakening of the Republic of Cyprus within the international community and the European Union.

This issue requires such a thorough preparation with proper caution and prudence, because Turkey has made it clear – with excessive audacity, which is unfortunately reinforced by the aforementioned distressing international, and sometimes even European, tolerance toward it – that it does not accept in any way, as a solution for the Cyprus Problem, the basic model of the Federal State as mandated by under International and European law, as it will be explained later. To the contrary, it speaks openly of two states or at most of a certain type of confederal state on the basis of an extremely loose confederation, which does not correspond to the characteristics of a real bizonal- bicommunal state and constitutional entity.

Β. Under this spirit is obvious that it cannot – or, better, is not allowed –any conversation for the Cyprus Problem to begin, if Turkey does not set aside first, those irrational and provocative maximalist ideas and propositions, which are in full contradiction with International Law and mostly with European Law. If the Greek and Cypriot side make the mistake to undermine the risk of the initiation of a dialogue for the Cyprus Problem without an essential concession by Turkey from its aforementioned extreme positions, then the dialogue with the Turkish side would lead us to risk a concession on our part, even in part, to the unacceptable Turkish extortions and to the possibility of a full vulgarization of international and European law, when it comes to the future of Cyprus. Furthermore, let us not forget, that this has always been Turkey’s ‘favorite’ strategy whenever it attempts to advance even the most inconceivable ‘claims’ against Hellenism (as a whole), relying with daring on the consolidation of the ‘faits accomplis’, whenever it realizes that the Greek and Cypriot Governments tend to hesitate, tolerate and retreat. And in this respect, we should always keep in mind that in our relations with Turkey, even when it appears to shows ‘good will’ toward us, the saying ‘timeo Danaos et dona ferentes’ (Beware of Greeks bearing gifts) applies in full. The same is obviously true – or has to be- for the international community and the United Nations and the European Union, given that they have experienced and suffered from, in several occasions in the distant and recent past, the insolent attitude of Turkey concerning the application of international and European law.

Ι. The normative framework of international and European law

As it can easily be deducted from the previous, a secure ‘direction indicator’ for a fair and sustainable solution of the Cyprus Problem is, first and foremost, the International Law. And, secondly, the European Law. Making an additional remark that International Law is an integral part of the European acquis, since the European Union, as an entity with an autonomous legal personality, is a full member of the international community, starting with the United Nations.

Α.The International Law

The international law defines the minimum conditions for the resolution of the Cyprus Problem with several norms.

  1. These norms surely include every kind of Security Council Resolution, which repetitively and in various ways strongly condemn Turkey since 1974, when the barbarous invasion to the Republic of Cyprus territory took place. It is recalled that the most crucial Security Council Resolutions were -still are- the following:

a)First and foremost, the initial, essential, Resolution 353/1974 of the twentieth July nineteen hundred seventy- four 7.1974, for the strong condemnation of the Turkish invasion and the calling-decision for full respect of the Independence, the autonomy Sovereignty and Territorial Integrity of the Republic of Cyprus.

b)  And then, the decisive for the resolution of the Cyprus Problem according to international law, Resolution of 12.4.1975, no. 367/1975, pursuant to which the unilateral, on the part of Turkey, decision of 13.2.1975 for the creation of the internationally fully isolated since then of the ‘Turkish Republic of Northern Cyprus’. It is noted that the aforementioned Resolution was complemented, especially regarding the under international law necessary terms for the resolution of the Cyprus Problem, with the Resolutions of 18.11.1983, no. 541/198, 11.5.1984, no 550/1984, 12.3.1990, no 649/1990, 10.4.1992, no 750/1992, 25.11.1992, no 789/1992 and 29.6.1999, no 1251/1999.

In particular, the last Resolutions accepted – and since then is always been accepted- that the resolution of the Cyprus Problem according to international law presupposes, as a minimum, that the Republic of Cyprus should be, without any other terms and conditions, an Independent State, with one and only autonomy Sovereignty, one and only International Personality and one and only Nationality, organized by the state under a type of Bicommunal and Bizonal Federation – thereby excluding, by definition, a Confederal State- while subsequently any ‘prospect’ of partition or secession should be unequivocally rejected.

2.Furthermore, the rules of the United Nations Convention for the Law of the Sea (UNCLOS) are highly important for the resolution of the Cyprus Problem. Particularly, the rules regarding the stricto sensu sovereignty and the sovereign rights of the member-states of the international community and the United Nations.

A) Convention that was signed in 1982 – as the ‘Montego Bay’ Convention- and came into force in 1994. A Convention to which the EU has acceded to – as a judicial person aside from the judicial person of its member-states- since 1998. This means that since then the Convention constitutes part of the European acquisition, which binds the EU and its member-states. It also has to be binding, according to the Copenhagen criteria of 1993 and the Madrid criteria of 1995, as they are constantly being updated, for the candidate states for accession to the EU, such as Turkey, based on the provisions of Articles. 6 para. 1 and 49 of the Treaty for the European Union (TEU).

Β) Regardless of that, and according to the case-law of the International Court of Justice, the aforementioned United Nations Convention for the Law of the Sea is binding even on States that have not acceded to it – such as Turkey – because a sufficient number of states of the international community have ratified it, thereby giving rise to generally accepted rules of customary international law, binding quasi-egra omnes. In other words, it is binding even for member- states of the international community that have not formally accepted it. This applies to Turkey, whose controversial and provocative foreign policy demonstrates that it accepts the UN Convention for the Law of the Sea à la carte as clearly shown by the signing of the legally null and void ‘turkish- libyan memorandum’ in 2019, concluded between Turkey and the entity then presented as the Government of Libya. It should be highlighted – in order for this to be consistently and clearly raised at the international level, which unfortunately is not being done with the necessary persistence and clarity – that the legally null and void nature of the so-called ‘turkish- libyan memorandum’ has been explicitly acknowledged by the EU, according to the clear conclusions of the European Council of December 2019. The registration of this ‘memorandum’ by the UN in 2020 does not confer or guarantee any legal validity or force to it, as it is demonstrated by the relevant practice concerning such registrations of international documents that it constitutes a purely formal procedure which bears no relation to the recognition of the ‘legal validity or normative effect of these various registrations.

Β)European Law

Much more important, however, for the resolution of the Cyprus Issues is the significance and influence of European Law. And this is why, as it has already been emphasized, the Cypriot Republic is a full member- state of the EU and of the ‘hard core’ of the Eurozone.  In this regard, a fair and viable solution of the Cyprus Issue cannot be conceived if it is not fully in accordance with the entirety of European law, and above all, with the fundamental institutional coordinates of the European acquisition. European law, primarily through the Treaty for the European Union, which is fundamental to the institutional existence of the EU, sets the following conditions for the legal and institutional structure of a state, in order for it to be able to function as an EU member- state with the necessary effectiveness and long-term viability. In other words, in such a way that the state’s participation in the European construction does not undermine, either de jure or de facto, its institutional and political cohesion and potential, beginning with the continuous     and    effective implementation, in practice, of all the rules of the European legal order, without exception.

  1. From the combined provisions of Arts 1-12 TEU, it follows that a Member- state of the EU shall possess a single and unified legal personality at the international This is evident, for example, primarily from the provisions of Art. 51 TEU regarding the allocation of competences between the EU and its member-states, as well as from Art 10(2)2 TEU, concerning the representation of the member-state within the EU organs, particularly to the European Parliament and the European Council. Because as it is self-evident, such an allocation of competences and such a representation require a member-state which is able of fulfilling all these obligations under the European law and mostly with respect to the comprehensive and effective ‘absorption’ of the entirety of the European acquisition.
  1. From the aforementioned requirement of a single and unified legal personality at the international level arises the necessity of a single and unified nationality. All the more so, given that there is no example, globally, of a state with a single legal personality that recognizes more than one nationality within its domestic legal order. The fact that the recognition of more than one nationality ‘opens the door’ – indeed, ‘widely’- either to the recognition of more than one state or even to the imposition of a loosely structured confederal regime should not be underestimated. A regime which, as will be further explained below, cannot be applied to the Republic of Cyprus under international law and especially under European law.
  1. The member-state of the EU must be sovereign according to the provisions of Art 4(2)3

The essential elements (‘essentialia negotii’) of a state’s internal and external sovereignty – basically understood as the capacity to autonomously exercise its authority without being constrained by any other will – are commonly recognized at the international level under the rules of constitutional law. Therefore, at this point, it suffices to specifically refer to the conditions established by the aforementioned provision of the TEU: a First and foremost, pursuant to these provisions of the TEU, a EU member- state, must be able to guarantee its fundamental functions – especially to safeguard its territorial integrity, maintain its public order and protect its national security. In the opposite case, sovereignty becomes, plainly and simply, an ‘empty shell’ both intra and extra muros. This renders the effective functioning of the member-state within the EU impossible under European law, and consequently, undermines the structure and functioning of the EU itself.

B. Therefore, a state must be capable of fully exercising its stricto sensu sovereignty as well as the derivative sovereign rights according to international law. This refers primarily to the aforementioned Law of the Sea, established by the relevant United Nations Convention (UNCLOS) – the 1982 Montego Bay Convention – which as previously noted, has been in force since 1994.

C. More specifically, among other things, the Law of the Sea, defines, on the one hand the institutional core of the stricto sensu sovereignty of each member-state of the international community. This sovereignty is fully exerted not only over the land territory but also over the territorial waters or territorial sea, namely the territorial zone, primarily under the provisions of Arts 2 et seq. of UNCLOS. On the other hand, it also defines the institutional core of lato sensu sovereignty, which encompasses all the individual sovereign rights of each state recognized under international law. These consist primarily of the sovereign rights related to the Exclusive Economic Zone, under Arts 55 et seq. UNCLOS, and the Continental Shelf, under Arts 76 et seq. UNCLOS.

4. The member-state of the EU must be organized on the basis of institutional and political ‘coordinates’ of Representative Democracy, since according to Art 10(1)4 of the TEU, the entire structure and functioning of the EU is founded on Representative Under these circumstances, it is inconceivable for there to be a member state of the EU which is not, in substance and in practice, based on the whole institutional and political framework of Representative Democracy. This consequently, requires on the part of the member state of the EU the following:

A. Full respect for the principle of separation of powers and of the fundamental institutional components of the Rule of Law, as is also the case with the European Union itself, taking into account in particular the regulatory scope of Art 25 of the TEU. With regard to the principle of the Separation, it is clarified that this, among other things, on the one hand permits their ‘intersection’ only to the extent provided for by the more specific rules of law of the democratic enacted Constitution. And, on the other hand, it does not tolerate ‘concessions’, especially as regards the functioning of the sanctioning mechanism of the Judicial Power under the regime of guarantees of the personal and functional independence of the judges who compose it. As for the Rule of Law, it is evident that its institutional ‘arsenal’ necessarily requires the existence of adequate sanctioning mechanisms for every violation of the Principle of Legality by state organs with the foremost being the above- mentioned mechanism of the judicial power.

 

B. And full respect for all fundamental human rights, without exception, as is likewise the case for the European Union itself, pursuant to the provision of the above-mentioned Art 2 and Art 66 of the TEU. It should be noted that such conditions are even more interwoven with the Representative Democracy inasmuch as throughout its historical development, Representative Demo-cracy, has been consolidated – both institutionally and politically, as a regime guaranteeing Freedom in all its manifestations and especially in the manifestation of the unhindered exercise of Fundamental Human Rights, in accordance with the equally fundamental Democratic Principle of the modern constitutionally organized State.

 

  1. According to the provisions of Art 4 (3)7 of the TEU, the member-state of the EU must be in a position to fulfill all its obligations towards the EU. In particular, this concerns the absorption of the European acquis, in respect of the entirety of its regulatory components. On the basis of the rule of law under European law, sanctions are imposed in the event of a breach of these obligations by the member-state as provided by the provision of Art 7 8 TEU                

 

  1. From the foregoing, it follows that the member-state of the EU must be organized on the basis of a single, democratically legitimate Legal Order.

A.  Legal Order ‘headed’ by the national constitution as the emblematic guarantee of the separation of powers, the rule of law and the unhindered exercise of fundamental human rights.

 

B. As is evident, only under this condition of a hierarchically structured and democratically legitimized legal order it is possible in practice, to fully respect the guarantees of the effective functioning of the institutions of representative democracy. Beyond that, it also ensures the guarantees of its ‘harmonious’ coexistence with the European legal order and, as a logical legal corollary, the guarantees of the smooth and uninterrupted ‘absorption’ by it of the entire European acquisition, as already explained.

 

7. To the above conditions for the resolution of the Cyprus Issue, the following two conditions must be added, which likewise derive, directly or indirectly, from International Law and European law: A. On the territory of the Republic of Cyprus, as a sovereign Member State of the International Community and of the European Union, no guarantees of any kind by third States can apply, nor may occupation troops remain on its territory. The example of the definitive reunification of Germany, as the “Federal Republic of Germany, only after the departure of the last Soviet soldier—fully substantiates the validity of this condition, both under International Law and under European Law.

 

b. From the territory of the Republic of Cyprus, all settlers “installed” there by Turkey must also gradually withdraw. Furthermore, the lawful owners of the properties occupied by the settlers must be restored to their homes, in accordance with the European Convention on Human Rights and the case law of the European Court of Human Rights.

 

II The regulatory inadequacy of the Confederated State Model under the European law within the institutional framework of the European Union.

To the aforementioned conditions of international law and mainly of European law, a state can comply only if it appears as a unity or possesses the characteristics of a modern federal model. As far as European law is concerned, the very experience of the EU proves this, for example through the highly representative case of the Federal Republic of Germany, an institutionally ‘exemplary’ member state with a purely federal structure.

More specifically, it is inconceivable for a member state of the EU with a confederated political form and structure – which has anyway almost disappeared internationally, since in essence it cannot respond not even to the basic requirements of modern international law for the member states of the international community and the United Nations – since such a state would be unable to fulfill even its fundamental obligations towards the EU according to the principles of its legal order, as is particularly evident from:

A. The absence of a unified international legal personality

A confederated state does not possess a single and unified international legal personality but rather as many distinct international legal personalities as the confederated states that comprise it.

1. As a result, enormous difficulties arise, if not a complete inability, for its consistent representation and thus for it full participation to the United Nations and international organization in general. And especially in an organization with the institutional- political international particularity of the European Union. This is because under the peculiar institutional regime of a confederated state, it would not be possible, under European law, to speak of one single member-state of the EU.

2.Therefore, it becomes additionally evident that, for a confederated state to become member-state of the EU, primary European law itself would have to be fundamentally altered. Such an event would of course entail a complete distortion of the entire institutional-political character of the EU and an inconceivable also institutional and political undermining of its course and its general perspectives in both the immediate and distant future, regarding the justification of its founding and the full realization of its role, both in relation to its member states and thon a global scale. In this respect, none could think that the EU would be willing to undertake such institutional transformations,   inevitably dissolutive, for its structure and function, so that it can ‘host’ within its rank member states with a confederated political entity.

B. The absence of one and single territory and nationality

 To the extent that a confederate state entity essentially constitutes an ‘artificial’ and totally imperfect ‘boding’ of individual sovereign states, within a confederation there cannot be a single territory, but as many territories as the member states. Likewise, in a Confederate State there is not a single citizenship, but as many citizenships as the member states.

 

  1. Something that, in no way whatsoever can be reconciled with the aforementioned requirements of the European law regarding the structure and the function of the EU, thereby aggravating the disadvantages of the above- mentioned absence of a single and unified international legal personality within the framework of a Confederated state.
  2. For instance, the aforementioned gaps of the Confederated state create aforementioned obstacles to the smooth functioning of a number of fundamental pillars of the EU’s lato sensu financial policy, with the most important one being the free movement of persons within it. In essence, in view of these gaps the EU could hardly implement any of its core policies, thus directly endangering its very institutional and political

C. The ‘disintegration’ of national sovereignty

Under the above circumstances, within a Confederate State there can be no ‘solid’ national sovereignty and consequently, no guarantee of the territorial integrity, maintenance of the public order and protection of national security.

  1. This negative peculiarity of the Confederated state is highly indicative of how and why, and for this very reason, such a state cannot function in no way possible as a member-state of the EU, since it is not in the position to safeguard its fundamental functions and fulfill its equally fundamental obligations under the above- mentioned provisions of Art 4 para 2 of the TEU.
  1. It should be emphasized that such an incapacity has a direct impact not only on the member-states of the EU but also on the EU And this is why, as it is self-evident, through the effective safeguarding of the territorial integrity, maintenance of the public order and protection of national security, every member-state contributes – indirectly yet clearly – insofar as its share allows, to the overall territorial integrity (it should be noted that the borders of the member- states are also, under European law, in globo the borders of the EU) as well as the public order and security of the EU itself as an institutional and political entity. Of course, this applies insofar as these forms of European ‘public interest’ are defined by the in concreto provisions of the legal order of the EU.

 

D. The inability of the principle of separation of powers to function

A Confederate state does not possess common organs representing the three powers, but rather a form of assembly composed of representatives of the member-states.

  1. Most importantly, it does not have a parliament or parliaments, in the sense proper to the constitutional system of a representative democracy. Consequently, the above-mentioned assembly does not resemble a state organ- not even lato sensu- but rather form of international conference. Moreover, and in addition, the presumption of competence does not belong to the confederate state itself, but to the member-states of the confederation, meaning the confederated states.
  1. Therefore within the framework of the confederate state, the principle of separation of powers cannot be applied, at least not in accordance with the fundamental institutional and regulatory As a result, representative democracy within a confederate state functions in a dangerously deficient manner, and quite evidently in a way that is, under any interpretation, incompatible with the requirements of Art 10 of the TEU, which provides for the general application of the principles of representative democracy both within the EU itself and within its member- states.

The ‘gap’ of a unified legal order

A confederate state does not possess a single and hierarchically structure legal order founded upon a national constitution.

  1. This is due to the fact that the framework of a confederate state is based upon its founding text, which almost always takes the form of an international treaty. It is evident, however, that such a Legal order cannot, under European Law, coexist and co-function with the legal order of the EU or with the legal order of the other member states, taking into account that this very coexistence and co-function define in essence a vital part of the constitutional and political entity of the EU and above all, the unity and coherence of its legal order.
  1. This conclusion follows naturally from the fact that, according to its fundamental institutional components, the legal order of the EU can coexist and co-function with the legal orders of its member-states which share, grosso modo, the same essential institutional characteristics. Chief among these is a hierarchically structured Legal order founded upon and culminating in a democratically established and legitimized national constitution, which is fully harmonized with the normative essence of the European legal order, itself founded upon culminating in primary European law. In this respect, the settled case-law of the Court of the EU is undoubtedly most ‘eloquent’.

F.   The non-existent executable nature of the decisions of the organs of individual federated states

Almost all-important decisions of the organs of the Confederated State is not legally possible to be immediately applied. This is because, in order to be valid, they have to be transformed into ‘domestic law’ from the competent organs of each confederated member state.

  1. This fact on its own renders the ‘absorption’ of the European acquisition even as regards its most fundamental components precarious if not impossible. Furthermore, it undermines its capacity to fully implement the decisions of the competent institutions of the European
  2. This ‘deficit’, therefore, must be added as a necessary negative consequence to the previously mentioned gap of the unified legal order, thereby aggravating the inability of the confederated state to ensure the smooth coexistence and co- functioning of the legal rules applied within it with those of the European legal order.

G.  The limited duration of the confederated state   

The Confederated State is in a sense ‘inherently’ short-lived, since it may at any moment be dissolved by a contrary international agreement among its confederated member states.

  1. Such a thing though is inconceivable according to the European law for a member state of the EU. This is because the EU has been founded and functions on the basis of the prerequisites of the continuity and permanence – and above all, on the coherence and enduring validity and applicability of its Legal Order – principles that ensure the fulfilment of its overall mission. E contrario, the EU which functions in the exertion of its institutions’ competences, with ‘interruptions’ would constitute a contradiction in adjecto under European Law itself.
  2. It is therefore evident from both an institutional and political standpoint that a union of states like the EU and its Legal Order would undoubtedly be undermined were it to include as a member state a confederated form of state that fails to meet even the minimum requirements of continuity and permanence. In other words, within the framework of the European Legal Order, a Confederated State as a member of the EU would constitute a ‘foreign body’, both with respect to the Union itself and to its other Member States, a situation wholly incompatible with the institutional and political character of the Union.

Conclusion   

As a necessary and logical epitome of the preceding analysis, concerning the fundamental conditions for resolving the Cyprus problem under both international and European law, the following must also be briefly underscored, taking into account the prehistory of the effort to resolve the Cyprus issue.

 

A. Even today there is a number of ‘voices’ of experts, mainly in the International Relations sector, which support that the rejection of the Annan Plan for Cyprus was a ‘missed opportunity’. These voices echo the views that, twenty years ago, supported the Annan Plan almost unreservedly and    without preconditions in both Greece and Cyprus. However, these arguments presented above showcase, with sufficiently convincing evidence, that the Annan Plan in no way constitutes a ‘missed opportunity’. And that is because its rejection was in fact mandated by the very nature of the EU and, ultimately, by the European Law itself. Indeed, a Republic of Cyprus built under the institutional and political status of the Annan Plan would not, even remotely, have constituted a federal state.  Rather, it would have been based on a confederal structure, entirely incompatible with the fundamental requirements governing the structure and functioning of the European Union and the effective implementation of European Law, as has been repeatedly emphasized. It is highly indicative and symptomatic of the rather superficial approach according to which it was assessed by the abovementioned supporters of the Annan Plan, that they do not appear to have examined carefully whether, and to what extent, the constitutional entity envisaged for the Republic of Cyprus under the Plan complied with the basic principles of the European Legal Order and the acquisition Communautaire. It is therefore obvious that the application of the Annan Plan would lead, almost inevitably, to the de facto exist of the Republic of Cyprus from the EU – since, as it was already highlighted, it would be inconceivable for anyone to expect the European law to adapt itself to the ‘normative dictates’ of the Annan Plan- besides that, it is certain that sooner or later it would lead to a general disintegration of the republic. Those who continue to support the Annan Plan throughout the years should not undermine – and even more so to forget – that such a tragic and undesirable outcome of the Republic of Cyprus constitutes the ‘fervent desire” of Turkey, serving as the ultimate “vindication” of its barbaric invasion of martyred Cyprus in 1974. Consequently, the present critical circumstances require an honest and determinative acceptance and realization of the following, essentially national, imperative: The entire Hellenic world bears the duty to resist, with unwavering unity, the perpetration of such a heinous “crime” against the Republic of Cyprus — and, by extension, against International and European Legality itself. This duty naturally extends to the International Community and the EU. Above all, it concerns the European Union, given that the Republic of Cyprus is an integral member-state of it, whose fortune is inextricably linked with the Union’s very existence, its broader mission of European integration and ultimately, with the realization of European unity itself.

B. At last, it must be emphatically noted that Turkey’s unwillingness to accept any solution to the Cyprus Problem, which will be fully compatible with International Law and European Law, while essentially aiming, in the long- term, at bringing Cyprus under its complete control, is also evident from what occurred during the Conference on Security and Guarantees in Crans- Montana, Switzerland, in June and July 2017.

As is easily documented, especially from what transpired during that Conference- primarily on the basis of the confidential minutes of the United Nations and the rapport of the United Nations Secretary General, Antonio Guterres, and in particular from numerous statements at the time by Turkish Foreign Minister Mevlut Cavusoglu, although Turkey seemed to agree with the renaming of the Treaty of Guarantees to Treaty of Implementation and to a form of a future, open-ended ‘review’ of the latter, this in fact aimed at making it more favorable to Turkey. Therefore, it would be even less conducive, compared to the original framework, to the prospect of viable solution to the Cyprus Problem based on the model of a Federal Republic. In other words, in Crans-Montana, Turkey effectively ‘torpedoed’, with a pre-planned strategy, any solution of the Cyprus Problem in accordance with International Law and especially with European Law. This is evident from the fact that the Turkish side did not accept to discuss, even hypothetically, the issue of a ‘sunset clause’ concerning, under the aforementioned Treaty of Implementation, the regime of the military presence and the unilateral right of intervention. Consequently, in the Conference for Security and Guarantees in Crans- Montana, Turkey suggested the above mentioned ‘review’ of the Treaty with a dual aim, that would be literally catastrophic for the Cyprus Problem: More specifically, on the one hand, to strengthen its military presence in Cyprus – indefinitely in fact, and for the purpose of supporting its policy in the wider Middle East. And on the other hand, to preserve fully and completely in force its right of unilateral intervention in Cyprus at any moment. (See also the highly revealing and thoroughly documented article by former President of the Republic of Cyprus, Mr. Nicos Anastasiades, in To Vima, 27 April 2025, pp. 26– 27.)

Footnotes

  1. «1. The limits of Union competences are governed by the principle of conferral. The use of Union competences is governed by the principles of subsidiarity and proportionality. 2. Under the principle of conferral, the Union shall act only within the limits of the competences conferred upon it by the Member States in the Treaties to attain the objectives set out therein. Competences not conferred upon the Union in the Treaties remain with the Member States. 3. Under the principle of subsidiarity, in areas which do not fall within its exclusive competence, the Union shall act only if and in so far as the objectives of the proposed action cannot be sufficiently achieved by the Member States, either at central level or at regional and local level, but can rather, by reason of the scale or effects of the proposed action, be better achieved at Union level. The institutions of the Union shall apply the principle of subsidiarity as laid down in the Protocol on the application of the principles of subsidiarity and proportionality. National Parliaments ensure compliance with the principle of subsidiarity in accordance with the procedure set out in that Protocol. 4. Under the principle of proportionality, the content and form of Union action shall not exceed what is necessary to achieve the objectives of the Treaties. The institutions of the Union shall apply the principle of proportionality as laid down in the Protocol on the application of the principles of subsidiarity and proportionality.»
  2. : «2. Citizens are directly represented at Union level in the European Parliament. Member States are represented in the European Council by their Heads of State or Government and in the Council by their governments, themselves democratically accountable either to their national Parliaments, or to their citizens.»
  3. «2. The Union shall respect the equality of Member States before the Treaties as well as their national identities, inherent in their fundamental structures, political and constitutional, inclusive of regional and local self-government. It shall respect their essential State functions, including ensuring the territorial integrity of the State, maintaining law and order and safeguarding national security. In particular, national security remains the sole responsibility of each Member State.»
  4. «1. The functioning of the Union shall be founded on representative democracy.»
  5. «The Union is founded on the values of respect for human dignity, freedom, democracy, equality, the rule of law and respect for human rights, including the rights of persons belonging to minorities. These values are common to the Member States in a society in which pluralism, non-discrimination, tolerance, justice, solidarity and equality between women and men prevail.»
  6. «1. The Union recognises the rights, freedoms and principles set out in the Charter of Fundamental Rights of the European Union of 7 December 2000, as adapted at Strasbourg, on 12 December 2007, which shall have the same legal value as the Treaties. The provisions of the Charter shall not extend in any way the competences of the Union as defined in the Treaties. The rights, freedoms and principles in the Charter shall be interpreted in accordance with the general provisions in Title VII of the Charter governing its interpretation and application and with due regard to the explanations referred to in the Charter, that set out the sources of those provisions. 2. The Union shall accede to the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms. Such accession shall not affect the Union’s competences as defined in the Treaties. 3. Fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, shall constitute general principles of the Union’s law.»
  7. «3. Pursuant to the principle of sincere cooperation, the Union and the Member States shall, in full mutual respect, assist each other in carrying out tasks which flow from the Treaties.»
  8. «1. On a reasoned proposal by one third of the Member States, by the European Parliament or by the European Commission, the Council, acting by a majority of four fifths of its members after obtaining the consent of the European Parliament, may determine that there is a clear risk of a serious breach by a Member State of the values referred to in Article 2. Before making such a determination, the Council shall hear the Member State in question and may address recommendations to it, acting in accordance with the same procedure. The Council shall regularly verify that the grounds on which such a determination was made continue to apply. 2. The European Council, acting by unanimity on a proposal by one third of the Member States or by the Commission and after obtaining the consent of the European Parliament, may determine the existence of a serious and persistent breach by a Member State of the values referred to in Article 2, after inviting the Member State in question to submit its observations. 3. Where a determination under paragraph 2 has been made, the Council, acting by a qualified majority, may decide to suspend certain of the rights deriving from the application of the Treaties to the Member State in question, including the voting rights of the representative of the government of that Member State in the Council. In doing so, the Council shall take into account the possible consequences of such a suspension on the rights and obligations of natural and legal persons. The obligations of the Member State in question under the Treaties shall in any case continue to be binding on that State. 4. The Council, acting by a qualified majority, may decide subsequently to vary or revoke measures taken under paragraph 3 in response to changes in the situation which led to their being imposed. 5. The voting arrangements applying to the European Parliament, the European Council and the Council for the purposes of this Article are laid down in Article 354 of the Treaty on the Functioning of the European Union.»

Στην συνέχεια μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση:

 

 

Exit mobile version