Site icon Προκόπιος Παυλόπουλος

Συνέντευξη στην «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 8.3.2026 και στον δημοσιογράφο κ. Ανδρέα Καψαμπέλη για την κατάσταση στην Μέση Ανατολή, για τους Δημοκρατικούς Θεσμούς και για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Καθώς η Μέση Ανατολή  «φλέγεται» με  εμπλοκή και της Κύπρου, πώς βλέπετε τους έως τώρα χειρισμούς  από ελληνικής πλευράς;

Η χώρα μας, καίτοι δεν είχε καμία εμπλοκή στην έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων που εξελίσσονται στην Μέση Ανατολή, στέκεται, για μία ακόμη φορά, στο ύψος των περιστάσεων ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Καταδίκασε, ευθύς εξ αρχής, την διαχρονική στάση του Ιράν εις βάρος της ειρήνης στην περιοχή και πρωτίστως εις βάρος του Ισραήλ, κατ’ εξοχήν λόγω του ότι ήταν, είναι και παραμένει «μήτρα» εκκόλαψης, στήριξης και χρηματοδότησης πολλών αδίστακτων τρομοκρατικών οργανώσεων,  ιδίως δε της Χαμάς, της Χεσμπολάχ, των Χούθι κλπ.  Ορθότατα, επίσης, και αυτονοήτως η Ελλάδα συμπαρίσταται και τώρα στην μαρτυρική Κύπρο, η οποία βρίσκεται χωρίς καμία, απολύτως, δική της ευθύνη «στη δίνη του κυκλώνα».  Κάτι το οποίο οφείλει να πράξει και η Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με τα δεδομένα της «ρήτρας αλληλεγγύης» κατά το άρθρο 42 παρ.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο κάδρο όμως υπάρχει και η Τουρκία…

Όντως. Και  τίθεται μείζον ζήτημα  για το ΝΑΤΟ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την στάση τους απέναντι στην Τουρκία η οποία, για μία ακόμη φορά, καίτοι μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όχι μόνο δεν τηρεί την κοινή συμμαχική γραμμή, αλλά και «ξιφουλκεί» ευθέως υπέρ του Ιράν.  Με άλλες λέξεις τορπιλίζει, χωρίς καμία επιφύλαξη και χωρίς κανένα πρόσχημα, την στάση του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξουδετέρωση του αδίστακτου θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν το οποίο, όπως τόνισα, είναι η βασική αιτία του κακού στην Μέση Ανατολή, αλλά και ευρύτερα.  Θα συνεχίσουν, λοιπόν, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση να παραβλέπουν την οφθαλμοφανώς αιρετική, το λιγότερο, αυτή στάση της Τουρκίας;  Και το κυριότερο: Έως πότε, και υπό το φως  και των τελευταίων αυτών προκλήσεών της, θα ανέχονται την Τουρκία να κατέχει πάνω από το ένα τρίτο του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δίχως να επιβάλλονται έστω και στοιχειώδεις κυρώσεις εκ μέρους τους;  Και, πότε, επιτέλους, θα αντιληφθούν ότι με την στάση τους αυτή επιτρέπουν στην Τουρκία να τους περιφρονεί επιδεικτικώς εκθέτοντάς τους ανεπανόρθωτα στην Διεθνή Κοινότητα;  Ας μην ξεχνάμε, επιπροσθέτως, ότι η Τουρκία είναι πολλαπλώς υπότροπη εν προκειμένω, αν αναλογισθούμε ιδίως την επαμφοτερίζουσα, κατά την επιεικέστερη έκφραση,  στάση της έναντι της Ρωσίας σε ό,τι αφορά την βάρβαρη εισβολή της τελευταίας στην Ουκρανία.

Και η Ελλάδα τι κάνει ως προς αυτά;

Η Ελλάδα τουλάχιστον οφείλει να υπενθυμίζει, ακόμη και με χρήση του veto όπου και όταν χρειασθεί, στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η ατιμωρησία της Τουρκίας για το έγκλημά της σε βάρος της Κύπρου δεν θα γίνει πλέον ανεκτή.

Οι θεσμοί αλλά και η ίδια η Δημοκρατία φαίνεται ότι δεινοπαθούν στη χώρα μας. Εσείς τι πιστεύετε;

Ξεκινώ από μία βασική γενική παρατήρηση: Μετά την θέσπιση και την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και έως σήμερα πρέπει να δεχθούμε  -φυσικά δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν οφείλουμε να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση-  ότι η Δημοκρατία στην Χώρα μας έχει εμπεδωθεί.  Έχω χρέος όμως να επισημάνω με έμφαση ότι ναι μεν δεν έχουμε πρόβλημα Δημοκρατίας, έχουμε όμως πρόβλημα ποιότητας της Δημοκρατίας μας.  Και μάλιστα πάνω σε δύο, προεχόντως θεσμικούς, άξονες: Ο πρώτος αφορά την ακώλυτη άσκηση ορισμένων, καίριας σημασίας, συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.  Και ο δεύτερος  -στενά συνδεδεμένος με τον πρώτο-  αφορά την λειτουργία της Δικαιοσύνης, ως εγγυήτριας των ως άνω δικαιωμάτων. Πραγματικά, ορισμένα πρόσφατα φαινόμενα δείχνουν ότι η Εκτελεστική Εξουσία  -άρα η κυβέρνηση-  δεν τηρεί όλες τις θεσμικές υποχρεώσεις της εν προκειμένω.  Ενώ ελλειμματική ως προς αυτό εμφανίζεται και η Δικαιοσύνη, ιδίως δε η ηγεσία της….

Σε τι ακριβώς αναφέρεστε;

Να γίνω σαφέστερος: Αυτά που λέω  τεκμηριώνονται επαρκώς αν επικεντρωθούμε στις μεγάλες ευθύνες της εκτελεστικής εξουσίας και της δικαστικής εξουσίας ως προς τους χειρισμούς τους αναφορικά τόσο με την ανείπωτη τραγωδία των Τεμπών όσο και με το  προκλητικό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.  Θα σταθώ όμως περισσότερο, ύστερα και από την πρόσφατη δικαστική απόφαση-κόλαφο του αρμόδιου Πλημμελειοδικείου επί του ζητήματος τούτου, στο σκάνδαλο των υποκλοπών.  Και αυτό, διότι είναι πια γεγονός αδιαμφισβήτητο πως σε κάθε συνειδητό πολίτη έχει μείνει ένα βαθύ τραύμα εκ του ότι, εξαιτίας του συνδυασμού των απαράδεκτων χειρισμών της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας, αρχικώς περάσαμε «αβρόχοις ποσί» ένα τέτοιο σκάνδαλο γενικευμένων παρακολουθήσεων.    Όλα ξεκίνησαν από τις κυβερνητικές «εξηγήσεις» ως προς το γιατί με τόση ευκολία η αρμόδια εισαγγελέας δέχθηκε να παρακολουθούνται τόσοι άνθρωποι. Τότε, από την πλευρά της, η αρμόδια εισαγγελική λειτουργός υποστήριξε, περίπου, ότι της στέλνονταν αρκετά αιτήματα επισυνδέσεων και αυτά γίνονταν συνήθως δεκτά. Δεν πήραμε όμως καμία απάντηση ως προς το γιατί τόσα πολλά αιτήματα και για τόσους ανθρώπους. Και το κυριότερο είναι ότι ουδέποτε  δόθηκε μία πειστική εξήγηση ως προς το για ποιο λόγο τους παρακολουθούσαν.   Πέραν τούτου υπάρχουν και ομολογημένες κυβερνητικές ευθύνες για το σκάνδαλο των κατά τ’ ανωτέρω υποκλοπών.  Και οι εν λόγω ευθύνες αποκαλύφθηκαν από τις ίδιες τις αλλαγές που έσπευσε να κάνει τότε ο πρωθυπουργός και ως προς τον επικεφαλής της ΕΥΠ -που είχε διορισθεί δίχως τα νόμιμα προσόντα και ο διορισμός του νομιμοποιήθηκε με φωτογραφική ρύθμιση στην συνέχεια, αντί αυτός να αντικατασταθεί πάραυτα- και ως προς τον υπεύθυνο για την εποπτεία της ΕΥΠ στο Μέγαρο Μαξίμου.

Η “επόμενη μέρα” στον τομέα αυτό ποια θα είναι;

Θέλω να πιστεύω ότι ύστερα από την τελευταία γενναία δικαστική απόφαση, και κυρίως με βάση τα στοιχεία τα οποία μέσω αυτής παραπέμφθηκαν και πάλι στην Δικαιοσύνη, η έρευνα θα ξεκινήσει εκ νέου και θα ρίξει άπλετο φως για τους υπευθύνους, όσο ψηλά και αν βρίσκονται,  και για τις ευθύνες τους, όποιες και αν είναι αυτές.

Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση συμπεριλαμβάνει πάντως και τα της Δικαιοσύνης…

Ο πρωθυπουργός προτείνει αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος προκειμένου να μην καταλείπεται η αρμοδιότητα επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση,  αλλά να συμμετέχουν στην άσκησή της ενεργώς οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, προφανώς μέσω των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων.  Και εδώ τίθεται τουλάχιστον το εξής διπλό ερώτημα: Το ότι ενώ στο παρελθόν  -και οπωσδήποτε έως το 2009-  η αρμοδιότητα της κυβέρνησης για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ασκήθηκε, κατά κανόνα, με τρόπο που δεν έθετε ζήτημα αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος, ενώ εδώ και κάποια χρόνια το ζήτημα αυτό τίθεται πια μετ’ επιτάσεως, δεν συνιστά ομολογία πως η ευθύνη της μη επιλογής των αρίστων δεν οφείλεται στις κείμενες συνταγματικές προβλέψεις αλλά καθ’ ολοκληρίαν στην τακτική των εκάστοτε Κυβερνήσεων; Επίσης, ενώ έστω και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος θεσπίσθηκε προσφάτως μία μορφή συμβουλευτικής συμμετοχής των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, γιατί η κυβέρνηση αγνόησε επιδεικτικώς, σε όλες τις τελευταίες σχετικές κρίσεις, τις προτάσεις των Ολομελειών αυτών;

Λέτε δηλαδή ότι αλλού εντοπίζεται η ευθύνη…

…Μήπως, λοιπόν, εάν είχε ακολουθήσει άλλη τακτική δεν θα είχαμε φθάσει στην προμνημονευόμενη πρόταση του Πρωθυπουργού;  Με άλλες λέξεις και εδώ ποιός ευθύνεται για την κατάσταση, η οποία οδηγεί στο να αναθεωρείται μία διάταξη του Συντάγματος όχι διότι δεν είναι ορθή αλλά επειδή εφαρμόσθηκε στρεβλώς στην πράξη;

Έχετε επισημάνει τον κίνδυνο προσχηματικής συνταγματικής αναθεώρησης την ώρα μάλιστα που ακούγεται και η άποψη ότι ο σεβασμός του Συντάγματος πρέπει να προηγείται της αναθεώρησής του…

Καίριο πρόταγμα της ομαλής οργάνωσης και λειτουργίας του πολιτεύματός μας είναι και ότι το Σύνταγμα πρέπει να εφαρμόζεται στο ακέραιο, κατά το γράμμα και το πνεύμα του.  Και μόνον αν οι ρυθμίσεις του παρουσιάζουν κενά ή είναι ανεπαρκείς λόγω παρόδου του χρόνου είναι σκόπιμο και επιτρεπτό να αναθεωρείται. Διαφορετικά καταλήγουμε στο φαινόμενο των λεγόμενων «προσχηματικών αναθεωρήσεων».  Και εδώ ας μου  επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία.  Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986  την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 ολοκληρώθηκαν με τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος. Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε,  κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά,  μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την  ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.

 Κομβικό σημείο, το πολυσυζητημένο άρθρο 86 που χαρακτηρίζεται ως πηγή της ατιμωρησίας των πολιτικών…

Πρέπει εδώ να γίνει η εξής διευκρίνιση:  Όταν θεσπίσθηκε, με μεγάλη μάλιστα πλειοψηφία, το άρθρο 86 του Συντάγματος, κατά την αναθεώρηση του 2001, επέφερε μία πολύ σημαντική πρόοδο σε σχέση με τα προϊσχύοντα για την Ευθύνη Υπουργών.  Και μάλιστα τόσο ως προς την διάρκεια της αποσβεστικής προθεσμίας  -η οποία διπλασιαζόταν-  όσο και ως προς την σύνθεση του Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο τότε απέκτησε αμιγώς δικαστική σύνθεση από μέλη του Αρείου Πάγου (κατά πλειοψηφία) και από μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας.  Όμως, και κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και κατά βάση λόγω του τρόπου με τον οποίο ασκήθηκε η σχετική αρμοδιότητα της Βουλής, αποδείχθηκαν προδήλως ανεπαρκείς. Χρειάζεται, λοιπόν, ριζική αναθεώρησή τους…

 Προς ποιες κατευθύνσεις όμως;

Κατ’ εξοχήν προς δύο κατευθύνσεις: Πρώτον, προς την κατεύθυνση της πλήρους αποσύνδεσης της Βουλής από την σχετική διαδικασία καταλογισμού ποινικών ευθυνών σε μέλη της Κυβέρνησης.  Και, δεύτερον και συνακόλουθα, προς την κατεύθυνση της πρόσφορης μεταφοράς της όλης αρμοδιότητας στον αρμόδιο «Φυσικό Δικαστή», όπως αυτός θα θεσμοθετηθεί με βάση τις νέες, αναθεωρημένες πλέον, διατάξεις.  Επιπλέον, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 86 του Συντάγματος, όπως ισχύει σήμερα, αποσαφηνίζω τα ακόλουθα: Όπως είναι γνωστό, με την αναθεώρηση του 2019 καταργήθηκε η έως τότε ισχύουσα αποσβεστική προθεσμία  ως προς την Ευθύνη Υπουργών και καθιερώθηκε η κοινή παραγραφή.  Ευθύς εξ αρχής είχα τονίσει ότι αυτή η κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας και η καθιέρωση της κοινής παραγραφής ισχύουν από την έναρξη της ισχύος της προμνημονευόμενης αναθεωρημένης διάταξης του άρθρου 86 παρ.3  του Συντάγματος, χωρίς να επηρεάζονται από τον χρόνο ψήφισης  του σχετικού εκτελεστικού νόμου.  Διαφορετικά θα φθάσουμε στο αδιανόητο και αντιφατικό νομικώς συμπέρασμα ότι το αυξημένης τυπικής ισχύος Σύνταγμα εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή του, από την ψήφιση και την έναρξη της ισχύος διατάξεων τυπικού νόμου που εξ ορισμού έχει υποδεέστερη του Συντάγματος τυπική ισχύ.

 Αν στις επόμενες εκλογές δεν προκύψει κυβέρνηση  αλλά η λεγόμενη “Βουλή της μιας ημέρας” η αναθεώρηση ματαιώνεται;

Αρχίζω με μία στοιχειώδη, νομικώς, ερμηνευτική παρατήρηση: Κάθε κανόνας δικαίου -πολλώ μάλλον κάθε κανόνας δικαίου του Συντάγματος, καθ’ ό μέτρο αυτό έχει υπέρτερη τυπική ισχύ ως βάση και κορυφή της όλης Έννομης Τάξης-  ερμηνεύεται κατ’ εξοχήν με βάση την τελεολογική ερμηνευτική μέθοδο. Από τα όσα ήδη προηγήθηκαν συνάγεται ότι και οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται πρωτίστως κατά τον σκοπό τους. Ο οποίος δεν είναι άλλος από την αναθεώρηση του Συντάγματος με τον δέοντα σεβασμό τουλάχιστον των στοιχειωδών αρχών της.  Με σπουδαιότερη εκείνη της θεσμικής διαχείρισης της διαδικασίας αναθεώρησης μέσω  τήρησης όλων των όρων και των προϋποθέσεων που θεσπίζουν οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2 επ. του Συντάγματος.  Άρα και με τήρηση των αρχών αφενός του σεβασμού της πρώτης φάσης της αναθεωρητικής διαδικασίας, προ των εκλογών. Και, αφετέρου, της περαιτέρω απρόσκοπτης συνέχισης της αναθεωρητικής διαδικασίας από την μετά τις εκλογές αναδεικνυόμενη Βουλή με στόχο την οριστική ολοκλήρωσή της. Κατά τούτο,  εάν η ως άνω πρώτη Βουλή διεκπεραιώσει το, εκ των πραγμάτων προκαταρκτικό, αναθεωρητικό έργο της και μετά τις εκλογές προκύψει «εφήμερη» Βουλή,  η όλη αναθεωρητική διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει δεν διακόπτεται. Διότι, πάντοτε κατά την προεκτεθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 110 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, η ουσιαστική πλέον αναθεωρητική αρμοδιότητα οιονεί «μεταβιβάζεται» στην Βουλή εκείνη  -όποτε αυτή εκλεγεί-  η οποία θα είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τα αναθεωρητικά της καθήκοντα και, επέκεινα, να ολοκληρώσει το έργο της προηγούμενης Βουλής.

 

Exit mobile version