counter statistics

Μία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος με «πιραντελλικά» χαρακτηριστικά: Από το «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο «έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)»

Επανειλημμένως έχω επισημάνει, σχολιάζοντας από νομική κυρίως έποψη την τελευταία κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος μέσα από τις διαδοχικές διακυμάνσεις της, ότι ένας ειλικρινής και συνεπής  πολιτικός δεν υποδύεται, ύστερα μάλιστα από αρκετές σοβαρές παραβιάσεις, τον ευκαιριακό υπερασπιστή του Συντάγματος σχεδιάζοντας επί χάρτου αναθεωρήσεις του.  Ο ειλικρινής και συνεπής πολιτικός αποδεικνύει εμπράκτως τον σεβασμό του στο Σύνταγμα,  υπηρετώντας ανιδιοτελώς την πιστή και στο ακέραιο εφαρμογή του προεχόντως δια της constitutione artis ερμηνείας του.  Και κατά τούτο o ειλικρινής και συνεπής πολιτικός πριν σχεδιάσει μία αναθεώρηση του Συντάγματος έχει προηγουμένως εξαντλήσει εφαρμοστικώς τα όρια της κανονιστικής εμβέλειας καθεμιάς των διατάξεών του.  Υπό διαφορετική εκδοχή μοιραίως, και μεταξύ άλλων, επιβεβαιώνει την κλασική ρήση του Εμ.Ροΐδη «εν Ελλάδι ενός νόμου χρείαν έχομεν, περί εφαρμογής των κειμένων νόμων».  Αρκεί εδώ να αντικαταστήσουμε τον κατά τον Ροΐδη νόμο με το Σύνταγμα.

Ι. Η προμνημονευόμενη κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, ακόμη και με την πρώτη ματιά ανάγνωσης και περαιτέρω θεώρησής της, ουδόλως ανταποκρίνεται, έστω και στοιχειωδώς, στα ως άνω θεσμικο-πολιτικά προτάγματα.  Όλως αντιθέτως, ο προδήλως προσχηματικός χαρακτήρας της -με οφθαλμοφανή και αυταπόδεικτο στόχο την επιχείρηση αλλαγής πολιτικής ατζέντας μέσα σε μία πραγματικά δυστοπική πολιτική συγκυρία-  αποκαλύπτει, επιπροσθέτως, το μέγεθος της προχειρότητάς της ενώ, εν τέλει, την αναδεικνύει και ως περιττή κατά το μεγαλύτερο μέρος της.  Κάτι που, οιονεί νομοτελειακώς , την καθιστά θνησιγενή, ιδίως καθ’ ό μέτρο έτσι υπονομεύεται εξ υπαρχής κάθε προοπτική ευρύτερης συναίνεσης για την ολοκλήρωσή της.  Συναίνεσης, η οποία ούτως ή άλλως είναι απαραίτητη κατά το γράμμα και το πνεύμα των περί αναθεώρησης διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος. Υπ’ αυτό δε το πρίσμα μία τέτοια πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος αποκτά έντονα «πιραντελλικά» χαρακτηριστικά, κινούμενη πάνω στο θεατρικό διάνυσμα που οριοθετούν τα περιώνυμα έργα του Λουίτζι Πιραντέλλο «απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και «έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)».  Η τεκμηρίωση που ακολουθεί επιβεβαιώνει, όπως πιστεύω, χωρίς δυσχέρεια το πώς και γιατί κουβαλώντας εν σπέρματι τα προεκτεθέντα μειονεκτήματα πνέει τα πολιτικά λοίσθιά της πριν καν τεθεί στον δημόσιο διάλογο.

ΙΙ. Κατ’ αρχάς, αυτή η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος γέμει φραστικών, πολιτικής σκοπιμότητας, ψιμυθίων, τα οποία αποσκοπούν όχι στην κανονιστική τόνωση των ήδη ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος αλλά στην ωραιοποίησή τους, δίχως όμως κανένα πρακτικό αποτέλεσμα ως προς την κανονιστική τους ευρωστία. Τα περί μέτρων εναντίον της Κλιματικής Κρίσης στο πλαίσιο του άρθρου 24 του Συντάγματος βεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές.  Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις προτείνεται αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος για την επίτευξη στόχων, ως προς τους οποίους αναμφιβόλως αρκεί μία απλή νομοθετική παρέμβαση, με βάση το ισχύον συνταγματικό καθεστώς. Ενδεικτικώς αναφέρονται οι προτάσεις περί αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου 29 του Συντάγματος για τα Πολιτικά Κόμματα και των διατάξεων του άρθρου 103 για την μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων.  Σαν να μην έφθαναν αυτά, η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος για την ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών, ΑΕΙ συνιστά ομολογία αποτυχίας του νομοθετικού «επιτεύγματος» για το οποίο η Κυβέρνηση δήλωνε, urbi et orbi υπερήφανη, ενώ κατ’ αποτέλεσμα οδήγησε στην προσέλκυση όχι εμβληματικών,  αλλά ήσσονος σημασίας αλλοδαπών μη κρατικών ΑΕΙ, των οποίων η ποιότητα των προγραμμάτων καθώς και η μη κερδοσκοπική τους υπόσταση δεν έχουν πείσει ακόμη και τους πιο καλόπιστους κριτές του εν προκειμένω κυβερνητικού «ορθολογισμού».  Κορύφωση της θεσμικής αστοχίας της κυβερνητικής πρότασης αναθεώρησης του Συντάγματος επιφέρει το μέρος της εκείνο, το οποίο αφορά την αναθεώρηση του άρθρου 57 του Συντάγματος για την καθιέρωση του «ασυμβιβάστου» μεταξύ μέλους της Κυβέρνησης και Βουλευτή: Εδώ η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος ξεπερνά τα όρια της προχειρότητας, δοθέντος ότι αποκαλύπτει και μιαν ασυγχώρητη άγνοια της ίδιας της φύσης των θεμελιωδών κοινοβουλευτικών χαρακτηριστικών του Πολιτεύματός μας.

ΙΙΙ. Τέλος, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος φιλοδοξεί να διεκδικήσει δάφνες τόλμης τροποποίησης ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος προσδίδοντάς τους πρόσθετο δημοκρατικό πρόσημο.  Όμως η αδήριτη πραγματικότητα αποσυνθέτει το πρόσημο αυτό, όπως φαίνεται από τα εξής παραδείγματα: Πρώτον  η, αναγκαία όπως κατέληξαν τα πράγματα, αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος σύμφωνα με την κυβερνητική πρόταση πέφτει στο κενό, δοθέντος ότι κατά βάθος η εξουσία της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας για την παραπομπή μέλους της Κυβέρνησης «καλά κρατεί».  Δεύτερον, η αποφασιστική αρμοδιότητα των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων για την επιλογή  της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, κατ’ αναθεώρηση του άρθρου 90 παρ.5 του Συντάγματος, διαλύεται στον εξ ων συνετέθη αφού, πάντα κατά την κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, η σχετική αρμοδιότητα  φαίνεται να ανατίθεται σε Κοινοβουλευτική Επιτροπή στην οποία η κυβερνητική πλειοψηφία επιφυλάσσει εις εαυτόν πρωτεύοντα ρόλο.  Και, τρίτον, το αυτό ισχύει κατά βάση και για τις Ανεξάρτητες Αρχές, στο πεδίο της αναθεώρησης του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να επιμείνω περισσότερο.  Δεν θα προσθέσω, άλλωστε, κάτι πιο ουσιώδες σε αυτό το οποίο έχει όλα τα διακριτικά γνωρίσματα του αυτονόητου, όπως εξέθεσα εισαγωγικώς.  Απλώς συμπεραίνω ότι η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος είναι καταδικασμένη να καταλήξει σε θεσμικό και πολιτικό αδιέξοδο, κατά κύριο λόγο διότι υποτιμά, και δη χωρίς προσχήματα, την θεσμική και πολιτική οντότητα του Συντάγματος ως επικεφαλής της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο μίας θεσμικώς στιβαρής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Μίας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η οποία, κατά τον θεσμικό και πολιτικό προορισμό της, πρέπει να ορθώνει οχυρό εγγύησης της Ελευθερίας βασισμένο στα θεμέλια των κρίσιμων και αναντικατάστατων θεσμικών αντιβάρων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου.

 

Άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο https://www.dnews.gr/