Ο εκ των κορυφαίων σύγχρονων ποιητών μας Γιώργος Μαρκόπουλος έστειλε στον Προκόπιο Παυλόπουλο την ακόλουθη -προς δημοσίευση- κριτική επιστολή για την ποιητική συλλογή του «Σταλακτίτες» (συλλογή η οποία κυκλοφόρησε προσφάτως, τον Ιούνιο του 2026, από τις εκδόσεις «Gutenberg»):
Αθήνα 14 Σεπτεμβρίου 2026
Σεβαστέ μου πρώην Πρόεδρε τῆς Δημοκρατίας
καὶ πολυαγαπημένε μου Προκόπιε Παυλόπουλε
ποὺ ἔρχεσαι ὁλόλαμπρος ἀπὸ τοὺς «Σταλακτῖτες», μαζὶ μὲ τὶς εὐχές μου γιὰ κάθε καλὸ θέλω, σὲ παρακαλῶ, νὰ δεχθεῖς καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου, τὴν ἀνόθευτη εὐγνωμοσύνη μου, γιὰ τὴν συγκίνηση ποὺ μοῦ προκάλεσε ἡ ποιητική σου συλλογὴ μὲ τὸν τίτλο «Σταλακτῖτες» ποὺ ἤδη ἀνέφερα πιὸ πάνω.
Μιὰ συλλογὴ ποὺ ξεκινάει μὲ τὴν σπουδαία κίνηση νὰ μπαίνουν πρῶτα τὰ ποιήματα τῶν δύο στίχων, ὕστερα τῶν τριῶν, τῶν τεσσάρων καὶ τελευταῖα των εἴκοσι, οὕτως ὥστε τὰ μεγαλύτερα ἢ τὰ πολὺ μεγάλα νὰ μὴ μειώνουν κατὰ τὴν ἀνάγνωση τὴν ἐξίσου μεγάλη -ἴσως καὶ μεγαλύτερη- ἀξία τῶν μικρῶν (αὐτὸ τὸ θαύμασα ἀμέσως).
Μιὰ συλλογὴ τῆς ὁποίας ὁ λόγος εἶναι «σφιχτός», εὐθύβολος, ἀκριβὴς καὶ ἀκριβός, χωρὶς οὔτε μιὰ λέξη περιττὴ ἢ μιὰ συλλαβή, ἔστω, νὰ χαλάει τὴν ἐσωτερική μουσικὴ ποὺ φτάνει ὡς τὴν ψυχή μας, διαβάζοντας. Ἕνας λόγος, ποὺ θυμίζει τὸν λόγο ἀρχαίων σοφῶν (κυρίως στὰ ὀλιγόστιχα) καί, ταυτοχρόνως, μᾶς προσφέρει ποιήματα ποὺ τὰ πλουτίζει μιὰ εἰκονοποιΐα δοσμένη μὲ στίχους σπάνιας, πολὺ σπάνιας εὑρηματικότητας.
Ποιήματα, χωρὶς «φωνασκίες» καὶ ἀνέξοδα, εὔκολα, ἠχηρὰ συνθήματα τοῦ συρμοῦ καί, τὰ ὁποῖα, ποιήματα, μᾶς ἐπιβάλλουν τὸν σεβασμὸ ποὺ ἁρμόζει στὶς πονεμένες ψυχὲς τῶν ἄτυχων ἀνθρώπων («ΕΑΤ-ΕΣΑ», «Βροχὴ τοῦ Ἀπριλίου», «Αὐλαία» – ὁ συμπατριώτης μας Κατσαρός, μάλιστα, μᾶς ἔχει «κλείσει τὸ μάτι» ἀπὸ τὴν πρώτη σελίδα, κιόλας, τοῦ βιβλίου).
Ποιήματα, μέσα στὰ ὁποῖα ἡ καθημερινότητα τὴν ὁποία ζοῦμε παρουσιάζεται στὸ βάθος της καὶ ὄχι στοὺς ἐπίπεδους ρυθμοὺς ποὺ ἀπερίσκεπτα καὶ βασανιστικὰ τὴν βιώνουμε («Ἀσυνεννοησία»! «Ἀποκάλυψη»!).
Ποιήματα, ποὺ ἡ παντοκράτειρα φύση ἰαματικὰ μᾶς περιθάλπει («Ἐλπίδες»!).
Ποιήματα, ποὺ ἀναπλάθουν ἄλλης ποιητικῆς διαθέσεως λόγια καὶ μᾶς τὰ παρουσιάζουν καλύτερα καὶ πιὸ θελκτικὰ, ἐνδεδυμένα μὲ μιὰ κατανυκτικότητα οὐράνια, ὅπως τὶς ὀνομασίες τῶν φεγγαριῶν σὲ κάθε πανσέληνο («Ὀξύρρυγχος» -τοῦ Αὐγούστου- «φεγγάρι ἐσὺ τῶν λουλουδιῶν» -τοῦ Μάη– «φεγγάρι ἐσὺ τῆς γινωμένης φράουλας»! -τοῦ Ἰουνίου- «φεγγάρι ἐσὺ τοῦ ἄλκιμου ἐλαφιοῦ»! -τοῦ Ἰουλίου-).
Ποιήματα ποὺ τὰ ὀμορφαίνει (ἰδιαίτερα αὐτὰ τῶν «πέντε στίχων») μιὰ συναρπαστική, ἐπίγεια γαλήνη, ἡ ὁποία ἂν καὶ λυπημένη μᾶς κάνει εὐτυχισμένους, λόγῳ τῆς ὑψηλῆς ποιότητας, τῆς ὑψηλοτάτης, τῶν στίχων της. Αὐτή, ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ ἰδιαίτερη ἀξία τῆς γνήσιας καὶ ὁλοκάθαρης ποίησης ποὺ χαρακτηρίζει τὴν συλλογή.
Ποιήματα ποὺ μᾶς κάνουν πιὸ ματωμένη, ἀνυπόκριτα πιὸ ματωμένη τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ποὺ μᾶς ἔχει ἀφήσει μέσα μας τὸ κοφτερὸ ἀγκάθι τῆς Κύπρου («Κύπρος», «Ἕνα ἀηδόνι στὴν Κύπρο»), ἀλλὰ καὶ ποιήματα μὲ ἀξιοπρέπεια προσεκτικὴ καὶ ὄχι τῆς εὐκολίας ἀντιπολεμικά («κανόνια») ἢ τοῦ συμβιβασμοῦ («Ἡ ἐλεγεῖα τῆς ἐξέγερσης») καὶ ἄλλα μὲ ἕνα ὕφος παραβολικὸ καὶ γοητευτικὰ ὑπαινικτικὸ στολισμένα ὅπως τὸ φέρον τὸν τίτλο «Συμβιβασμός», τὸ ὁποῖο μᾶς ἀποκαλύπτει μιὰ σκληρή, πράγματι, ἀλήθεια, ἐκπεφρασμένη μὲ τόνο ὄχι ἄμεσα καταγγελτικὸ ἀλλά, μέσα στὴν «ἀκαταδεξιά του», σπαρακτικό.
Ποιήματα, ποὺ ὁ ἔρωτας, ἀλλοῦ ὑμνητικός («Κατακλυσμός», «Ὀρειβάτες»!) καί, ἀλλοῦ ἀκροβατῶντας στὰ πεδία τῆς διαβρωτικῆς ἀμφιβολίας («Ἀνεκπλήρωτος ἔρωτας»), διαβάζοντάς τα, μᾶς ἐξυψώνουν.
Ποιήματα, ποὺ μὲ τὴν ζοφερότητά τους σὲ συντρίβουν ἀλλὰ μὲ τὴν ἀρτιμέλειά τους, τὴν τέλεια ἀρτιμέλειά τους ἀμέσως, πάραυτα, σὲ ἐπιστρέφουν ἀκέραιο στὸν ἑαυτό σου («Ἄγνωστοι νεκροί»).
Ποιήματα, ποὺ μᾶς «φέρνουν δῶρα» στὸ κλειστὸ σπίτι τὶς παρθενικὲς εὐωδιὲς τῆς ἐξοχῆς («Ὀφειλή»!) καὶ ποιήματα πού, ἐμένα προσωπικά, μοῦ φέρνουν στὴν μνήμη μουσικὲς ἀπὸ τὶς περιφορὲς τῶν ἐπιταφίων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἢ νεκρῶν ἀγαπημένων στὴν μακρυνή, ὄχι στὰ χιλιόμετρα πιά, ἀλλὰ στὰ χρόνια, γενέτειρα, ὅπως τὸ ἀριστούργημα «μαραμένα φύλλα» του σχεδὸν ἄγνωστου Ἑπτανήσιου μουσουργοῦ Γεράσιμου Κονιάρη ἢ Γεράσιμου Κανιόρου, γεννημένου τὸ 1899, τὸ ὁποῖο πέρα ἀπὸ τὴν φιλαρμονικὴ τοῦ Δήμου, μοῦ τὸ ἔπαιζε, ἔχοντάς με μικρούλη στὰ γόνατά του καὶ ὁ ἀξέχαστος πατέρας μου, κουρέας τὸ ἐπάγγελμα ἀλλὰ δεινὸς φλαουτίστας ξύλινου πλαγίαυλου ὀργάνου μάρκας «Μπιφὲ» τοῦ 1922 κατασκευῆς, τὸ ὁποῖο τὸ ἔχει κρατήσει ὁ ἀδερφός μου (Προκόπης καὶ αὐτός), στὰ κειμήλιά μας («Μοναξιά»!).
Πολυαγαπημένε μου Προκόπιε, Προκόπιε Παυλόπουλε,
Κράτησα γιὰ τὸ τέλος τὸ σχόλιό μου γιὰ τὴν ἐρημιὰ τῆς φθορᾶς ποὺ ἀναπόφευκτα φέρνουν σιγά-σιγά τὰ «κατορθώματα» τοῦ χρόνου («Σπίτια χωρὶς μπαλκόνι»!), μὲ τὴν πικρὴ γεύση τῆς ὁποίας «κλείνει» καὶ ὁλόκληρη ἡ ὁδοιπορία μέσα στοὺς ὁλοφώτεινους «Σταλακτῖτες» καί, χωρὶς λόγια γιατί τὰ σπουδαῖα πράγματα δὲν τὰ ἀγγίζουμε γιὰ νὰ μὴ τὰ καταστρέψουμε, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἁπλῶς τὰ πολὺ δυνατὰ ποιήματα: «Μοιραῖοι», «Νεκρομαντεῖο» (στὸ ὁποῖο ἡ λύπη κορυφοῦται μὲ τὸ συγκλονιστικὸ τέλος του – καὶ τέλος τῆς πορείας μας) καὶ τὸ ἀξεπέραστο «Τιτανικός», γιὰ τὰ «κομμάτια» καὶ τὰ «θρύψαλά» του στὰ βάθη τῆς θάλασσας καὶ τοῦ ὠκεανοῦ ἀλλὰ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας καὶ τοῦ ὠκεανοῦ, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, τοῦ μέσα μας, τοῦ δικοῦ μας, τοῦ προσωπικοῦ μας σύμπαντος.
Κλείνω τὸ βιβλίο καὶ εἶμαι μαγεμένος
Γιῶργος Μαρκόπουλος»