counter statistics

Η αναθεώρηση του Συντάγματος στην «προκρούστεια κλίνη» των κομματικών σκοπιμοτήτων

Άρθρο στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ” της 26/4/2026

Οι πρόσφατες προτάσεις του Πρωθυπουργού για αναθεώρηση  του Συντάγματος φέρνουν, εκ νέου, στο φως της επικαιρότητας μία χρόνια  θεσμική και πολιτική παθογένεια: Εκείνη της προσφυγής στην διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης όχι τόσο επειδή συντρέχει αδήριτη ανάγκη για τις προτεινόμενες  κανονιστικές αλλαγές του, αλλά περισσότερο διότι έτσι επιτυγχάνεται «φυγή προς τα εμπρός» προκειμένου όμως να εξυπηρετηθούν ορατές πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες ενόψει αντίστοιχων αδιεξόδων.

Ι. Ξεκινώ από μία πρώτη, γενική, διαπίστωση:  Μετά τις εκλογές του 2019, και ενώ ήταν ήδη εν εξελίξει αναθεωρητική του Συντάγματος διαδικασία, η Κυβέρνηση εμφανίσθηκε «σαν έτοιμη από καιρό» για ριζικές τομές στην οργάνωση και λειτουργία  του Κράτους, με αιχμή του δόρατος το πάλαι ποτέ διαλάμψαν «Επιτελικό Κράτος». Μεταξύ των τομών αυτών αρκετές ήταν εκείνες οι οποίες αφορούσαν  την  ολοκλήρωση της τότε τρέχουσας αναθεώρησης του Συντάγματος. Υπ’ αυτό το πρίσμα τίθεται, μοιραίως, το ερώτημα: Μία τόσο «έτοιμη», και μάλιστα καθ’ όλα αυτοδύναμη, Κυβέρνηση πώς δεν  είχε διαγνώσει εγκαίρως την ανάγκη των καίριων αλλαγών  στο θεσμικό πλαίσιο του Συντάγματος; Μήπως, λοιπόν, η πολιτική  και θεσμική  ετοιμότητά της  ήταν ελλιπής; Και μήπως,  επέκεινα, επιλέγεται σήμερα η αναθεωρητική «διέξοδος»   λόγω του ότι ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν de constitutione artis ισχύουσες, κρίσιμης σημασίας, συνταγματικές  ρυθμίσεις;

ΙΙ. Παραθέτω κατωτέρω ορισμένα παραδείγματα που ενισχύουν τους προμνημονευόμενους προβληματισμούς.

Α. Αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 5 και 6 του Συντάγματος για την ίδρυση ιδιωτικών μη  κερδοσκοπικών ΑΕΙ: Πριν απ’ όλα μακράν εμού η αμφισβήτηση της ανάγκης αναθεώρησής τους, δοθέντος ότι από το 2001 και ύστερα έχω πρωταγωνιστήσει προς την κατεύθυνση αυτή, και αυτονοήτως επιμένω ακόμη. Όμως η Κυβέρνηση, και δίχως να αναμένει μία τέτοια αναθεώρηση, πρότεινε την θέσπιση του ν. 4957/2022 περί ίδρυσης ΑΕΙ της κατά τ’ ανωτέρω μορφής, την συνταγματικότητα των διατάξεων  του οποίου επικύρωσε το ΣτΕ εν Ολομελεία. Και δη στην βάση της κανονιστικής συνύπαρξης του Συντάγματος και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κρίνοντας μάλιστα το γράμμα και το πνεύμα των ρυθμίσεων του τελευταίου τόσο  σαφές ώστε να μην  χρειάζεται ούτε καν προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ. Πρέπει άρα να αποσαφηνισθεί τι πρόκειται να  προστεθεί, με την προτεινόμενη αναθεώρηση, στις διατάξεις του άρθρου 16  παρ. 5 και 6 του Συντάγματος.  Και πώς δι’ αυτής θα  θεραπευθεί το φαινόμενο της μετά τον ν. 4957/2022 εγκατάστασης στην Ελλάδα ιδιωτικών ΑΕΙ δίχως διεθνή προβολή,  αντί για τα εμβληματικά ΑΕΙ της υπόλοιπης Ευρώπης και των ΗΠΑ που, κατά πώς διατείνονταν οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες, ήταν έτοιμα να ιδρύσουν παραρτήματα στην Χώρα μας.

Β. Πρόσθετη νομοθετική ενεργοποίηση της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 1 του Συντάγματος για την δημοκρατική οργάνωση και δράση  των Πολιτικών Κομμάτων: Το ότι κάποια Πολιτικά Κόμματα  στην Χώρα μας πόρρω απέχουν από το να εξυπηρετούν,  με την οργάνωση και την δράση τους, στο ακέραιο την «ελεύθερη  λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», όπως επιβάλλει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 29 του Συντάγματος, είναι ηλίου φαεινότερο. Πλην όμως τούτο είναι ζήτημα  θέσπισης νέου νόμου περαιτέρω ενεργοποίησης της  διάταξης αυτής ή,  πολύ περισσότερο, σύμπτωμα της μη εφαρμογής της στην πράξη;  Τι εμποδίζει αυτά τα Πολιτικά Κόμματα να πάρουν εκείνα την πρωτοβουλία  για την εδραίωση της δημοκρατικώς δέουσας οργάνωσης και δράσης τους; Και μιας και ο κ. Πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι το Κόμμα του συνιστά δημοκρατικό πρότυπο και παράδειγμα προς μίμηση, τι τον εμποδίζει θεσμικώς να διασφαλίσει  την ανάλογη οργάνωση και δράση της ΝΔ, η οποία εμφανίζει  έντονο συγκεντρωτισμό και ροπή προς πελατειακές πρακτικές;

Γ. Αναθεώρηση του άρθρου 30 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος ως προς την διάρκεια της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας: Πέραν του ότι δεν εμφανίζεται ούτε καν ως ευλογοφανής, λαμβανομένης υπόψη  της μετά το 1975 επιτυχούς πολιτικής πρακτικής, η πρόταση του Πρωθυπουργού για συνταγματική καθιέρωση μίας, και μόνο, εξαετούς πιθανόν, θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, τίθεται οπωσδήποτε το ερώτημα: Πώς ο κ. Πρωθυπουργός δεν σκέφθηκε αυτή την “λύση” το 2019, κατά την  αναθεώρηση των περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας  διατάξεων του Συντάγματος, η οποία οδηγεί πλέον στην ανάδειξη στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα «εκλεκτών» ακόμη και μίας  μονοκομματικής, ίσως και περιστασιακής, πλειοψηφίας; Ή μήπως με τον τρόπο αυτό θέλει να καταστήσει συνταγματικό κανόνα την προσωπική του θέση περί μη ανανέωσης της θητείας  του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακόμη και αν έχει επιτελέσει κατά την πρώτη θητεία του αψόγως τα καθήκοντά του;

Δ. Αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 57 του Συντάγματος για την καθιέρωση «ασυμβιβάστου» Βουλευτή και Υπουργού: Prima facie αιτιολογημένη παρίσταται η πρόταση του Πρωθυπουργού για ουσιαστική συζήτηση σχετικά με το εκλογικό σύστημα, και ιδίως για τον σταυρό προτίμησης, καθώς και για συνταγματική καθιέρωση  του «ασυμβιβάστου» Βουλευτή και Υπουργού.  Όμως πώς ο  τόσο έτοιμος το 2019 κ. Πρωθυπουργός δεν είχε αντιληφθεί την χρόνια παθογένεια του πελατειασμού και την ανάγκη συνταγματικής θεραπείας της; Και το σπουδαιότερο: Ευθύνεται το Σύνταγμα και η εκτελεστική του νομοθεσία για την ως άνω παθογένεια ή, κατά κύριο λόγο, η νοοτροπία κάποιων Πολιτικών Κομμάτων και των ιθυνόντων τους, οι οποίοι την παρατηρούν απαθώς ή και την ανέχονται;  Ειδικώς δε για την ΝΔ, μήπως ο κ. Πρωθυπουργός πρέπει να αναρωτηθεί πώς και γιατί όχι μόνο δεν κατάφερε να αλλάξει την πελατειακή νοοτροπία του Κόμματός του αλλά την οδήγησε στην περιπέτεια του μεγάλου σκανδάλου του χρονίως πάσχοντος, και δη βαρέως, ΟΠΕΚΕΠΕ;

Ε. Αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος περί ποινικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών: Κοινή  είναι πλέον η απαίτηση αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου 86 του Συντάγματος, έτσι ώστε ο ποινικός κολασμός των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών για αδικήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να ανατεθεί, εξ ολοκλήρου και δίχως παρεμβολή της Βουλής, στον in concreto «φυσικό δικαστή». Και τούτο διότι παρά τις σημαντικές, ουσιώδεις επί των αρχικών διατάξεων, αλλαγές κατά την αναθεώρηση του 2001, η πολιτική πρακτική έχει καταδείξει ότι η ως άνω τροποποίηση είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Και εδώ όμως τίθεται το  ερώτημα για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως.  Ήτοι πώς, άραγε, δεν το σκέφθηκε αυτό ο κ. Πρωθυπουργός κατά την αναθεώρηση του 2019;  Ή μήπως πρέπει  να κατανοήσει ότι σήμερα σύρεται προς αυτή την  κατεύθυνση  εξαιτίας της στρεβλής εφαρμογής των περί της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης διατάξεων του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος στις περιπτώσεις της τραγωδίας των Τεμπών και του σκανδάλου των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ;

ΣΤ. Αναθεώρηση των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος περί επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης: Ουδείς αμφιβάλλει  ότι πρέπει να τεθούν φραγμοί στην, οιονεί ενδημική, αυθαιρεσία της εκάστοτε Κυβέρνησης ως προς την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, κατά βάση μέσω της αποφασιστικής παρέμβασης στο πλαίσιο  της επιλογής αυτής των Ανώτατων Δικαστηρίων. Πριν όμως προβεί στην πρότασή του αυτή ο κ. Πρωθυπουργός  μάλλον θα πρέπει να εξηγήσει στον Ελληνικό Λαό γιατί  και αυτός  ακολούθησε την θεσμικώς διαβρωτική τακτική κάποιων προκατόχων του. Και το σπουδαιότερο: Θεωρεί σήμερα ότι είναι επιβεβλημένη η ενεργός συμμετοχή των Ανώτατων Δικαστηρίων στην επιλογή της ηγεσίας τους. Πλην όμως  πόσο αξιόπιστος εμφανίζεται επ’ αυτού όταν,  με πρόταση της Κυβέρνησής του, θεσπίστηκε ο ν. 5123/2024 περί γνωμοδοτικής αρμοδιότητας των Ολομελειών των Ανώτατων Δικαστηρίων  κατά την επιλογή των ηγεσιών τους, αλλά όταν ήλθε η ώρα της εφαρμογής του αγνόησε επιδεικτικώς τις εκφρασθείσες γνώμες τους;

Καταλήγω με δύο συμπερασματικές παρατηρήσεις: Η πρώτη αφορά τον κ. Πρωθυπουργό. Συνιστά λάθος το να οχυρώνεται πίσω από το επιχείρημα ότι έτσι έκαναν και οι προκάτοχοί του.  Διότι εξελέγη, πανηγυρικώς, δις για να αλλάξει τα κακώς κείμενα και όχι για να τα χρησιμοποιεί ως βατήρα πολιτικού άλματος φυγής.  Η δεύτερη παρατήρηση αφορά όλους μας, και συγκεκριμένα το καθήκον καθενός μας για πιστή εφαρμογή του Συντάγματος πριν καταλήξουμε στην διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησής του. Παραφράζοντας τον Ροΐδη, «εν Ελλάδι μίας συνταγματικής διατάξεως χρείαν έχομεν: Περί εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος».